Πέμπτη, 18 Σεπτεμβρίου 2014

Νομιμότητα-Το κράτος “δουλεύε锨… όταν συλλαμβάνει γιαγιά που πουλάει “παράνομα” λούπινα στη λαϊκή

από εργασιακο δελτίο

Σπάρτη : Το κράτος “δουλεύε锨… όταν συλλαμβάνει γιαγιά που πουλάει “παράνομα” λούπινα στη λαϊκή


Σήμερα (10/09) ώρα περίπου 9 και 30 το πρωί στη λαϊκή της Σπάρτης…
Το κράτος “δουλεύει” και είναι εδώ… κοιμηθείτε ήσυχοι …
Η γνωστή γιαγιά που φέρνει συνήθως λούπινα και ρίγανη τριμμένη καθώς και φραγκόσυκα καθαρισμένα και μη… κακοπερασμένη, δείχνει περίπου 80 και άνω τραβάει με σακί τα προς πώληση εδώδιμα που είναι και τα μοναδικά στο παζάρι.
Πριν λίγα χρόνια έχασε το γαμπρό της που σκοτώθηκε με τη μηχανή καθώς πήγαινε Πάτρα… με την παρουσία της βέβαια μεγαλώνει τα εγγόνια που έμειναν ορφανά…
Η καμπούρα της από την καλοπέραση την αναγκάζει να ακουμπάει τη μύτη της στα γόνατα…την ξέρετε όλοι στη Σπάρτη είναι χαρακτηριστική γιαγιά στο παζάρι…
Και ξάφνου αυτόν το θηλυκό Νταβέλη έρχονται και τον συλλαμβάνουν 4 αστυνομικοί παρακαλώ και με συνοδεία περιπολικού την οδηγούν στο τμήμα , γιατί μάλλον ενώ έχει πάρει σύνταξη ακόμα πουλούσε, και αυτό χαλάει τη δουλειά …τίνος άραγε…γιατί εγώ δε βρίσκω πουθενά αλλού ας πούμε λούπινα….
Η επιχείρηση στέφτηκε από απόλυτη επιτυχία…..ε είπαμε 4 όργανα της τάξεως….
Συμπέρασμα …το κράτος είναι εδώ και μας προστατεύει με απόλυτη επιτυχία….κοιμηθείτε ήσυχοι !!!
Φωτογραφίες δε βάζω γιατί μπορεί και με το νέο νόμο να απαγορεύεται…λέτε?.??
“Μαρτυρία συμπολίτη που ήταν παρών στη σύλληψη”.
Ο λόγος της σύλληψης σύμφωνα με τους μπάτσους είναι πως δουλεύει, ενώ έχει πάρει σύνταξη.
Φυσικά όπως ήταν αναμενόμενο κανένα «έγκυρο» τοπικό ΜΜΕ δεν έχει γράψει κάτι για το θέμα μέχρι στιγμής.
Υ.Γ. – ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΓΙΑΓΙΑ ΠΟΥ ΕΡΧΕΤΑΙ ΑΠ’ ΤΟ ΠΑΛΙΟ ΠΑΖΑΡΙ ΤΗΣ ΣΠΑΡΤΗΣ ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΒΓΑΖΑΝ ΜΕΡΟΔΟΥΛΙ ΠΟΛΛΟΙ ΞΩΜΑΧΟΙ ΧΩΡΙΣ ΑΔΕΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΑΠΑΙΤΟΥΜΕΝΑ.
ΔΕΝ ΕΙΧΕ ΟΥΤΕ ΚΑΝ ΠΑΓΚΟ . ΔΥΟ ΤΕΛΑΡΑ ΜΟΝΟ …ΣΤΟ ΕΝΑ ΚΑΘΟΤΑΝΕ ΚΑΙ ΣΤΟ ΑΛΛΟ ΕΒΑΖΕ ΔΥΟ-ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑΚΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΒΓΑΛΕΙ10 ΕΥΡΩ ΓΙΑ ΤΗ ΒΔΟΜΑΔΑ.

1 σχόλιο:

  1. Για μια άλλη κακόμοιρη γιαγιά...


    -Μπ. Μπρεχτ, «Η (γριά) αγοράστρια»


    «Είμαι γριά./ Σαν ξύπνησε η Γερμανία/ μειώθηκαν οι συντάξεις.

    Τα παιδιά μου/ μου δίνουν πότε πότε μερικές δεκάρες.

    Μα σχεδόν τίποτα δεν μπόραγα πια ν’ αγοράσω.

    Τον πρώτο καιρό πήγαινα πιο σπάνια και ‘γω στα μαγαζιά

    όπου παλιότερα είχα συνηθίσει να ψωνίζω κάθε μέρα.

    Μα κάποια μέρα το σκέφτηκα καλά κι άρχισα

    να πηγαίνω πάλι καθημερινά στο φούρναρη και τη μανάβισσα.

    Σαν παλιά αγοράστρια με προσοχή ξεδιάλεγα τα τρόφιμα

    περισσότερα δεν έπαιρνα απ’ ό,τι πιο παλιά,

    μα και λιγότερα όχι..

    Έβαζα τα ψωμάκια πλάι στο καρβέλι το ψωμί

    και πλάι στο λάχανο τα πράσα/ και μοναχά

    σαν όλο το λογαριασμό είχανε υπολογίσει, αναστέναζα

    κι έψαχνα με τ’ αλύγιστά μου δάχτυλα

    βαθιά μες στο μικρό δερμάτινό μου πορτοφόλι.

    Κι ομολογούσα κουνώντας το κεφάλι ότι τα χρήματα

    που είχα δε μου φτάνανε για να πληρώσω αυτά τα λίγα

    κι έφευγα από το μαγαζί κουνώντας το κεφάλι

    μπροστά σ’ όλων των πελατών τα μάτια.

    Είπα στον εαυτό μου:

    Σαν όλοι εμείς που τίποτα δεν έχουμε

    σταματήσουμε και να εμφανιζόμαστε εκεί

    που αγοράζουμε το φαγητό

    μπορεί και να νομίσουν πως τίποτα δε χρειαζόμαστε.

    Μα σαν ερχόμαστε και δεν μπορούμε τίποτα να πάρουμε

    ξέρουν όλοι το πρόβλημα, τα πράγματα πως έχουν».

    (Μπ. Μπρεχτ, Ποιήματα, εκδ. Σ. Ε.)

    ΑπάντησηΔιαγραφή