Τετάρτη, 19 Νοεμβρίου 2014

Τζόρτζιο ντε Κίρικο: τα πρώτα καλέσματα του δαίμονα της τέχνης/παιδικά χρόνια στο Βόλο-Giorgio de Chirico (1888-1978)


από ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΚΑ

Η πιο μακρινή ανάμνηση που έχω από τη ζωή μου είναι η ανάμνηση μιας κάμαρας μεγάλης και ψηλοτάβανης. Ήταν νύχτα σ' εκείνη τη σκοτεινή και θλιβερή κάμαρα. Οι λάμπες πετρελαίου ήταν αναμμένες και σκεπασμένες με τα αμπαζούρ. Θυμάμαι τη μητέρα μου καθισμένη σε μια πολυθρόνα. Αλλού καθόταν η μικρή μου αδελφή, που πέθανε λίγο αργότερα. Ήταν μια παιδούλα έξι ή επτά χρονών, γύρω στα τέσσερα χρόνια μεγαλύτερη από μένα. Εγώ κρατούσα στο χέρι δυο στρογγυλά δισκάρια από επίχρυσο μέταλλο, τρύπια στο κέντρο, που είχαν πέσει από ένα είδος ανατολίτικης μαντίλας, που φορούσε η μητέρα μου στο κεφάλι και που ήταν ολόγυρα στολισμένη μ' αυτά......
Πέρασαν σκοτεινά χρόνια. Θυμάμαι συγκεχυμένα τον αδελφό μου. Τον θυμάμαι μικρό, μικρό, τρομαχτικά μικρό, σα μερικά πρόσωπα απειλητικά που βλέπει κανείς στα όνειρα. Ξαναβλέπω μέσα στο λυκόφως σκηνές που συνδέονται με μακρόχρονες αρρώστιες, όπως ο τύφος, και με επίπονες αναρρώσεις. Θυμάμαι μια πελώρια μηχανική πεταλούδα που μου είχε φέρει ο πατέρας μου από το Παρίσι μια φορά που βρισκόμουν σε ανάρρωση. 

Σ' εκείνη τη μακρινή περίοδο της ζωής μου ένιωσα τα πρώτα καλέσματα του δαίμονα της τέχνης. Αισθανόμουν μεγάλη χαρά να ξεπατικώνω διάφορες ζωγραφιές τοποθετώντας πάνω στο τζάμι του παραθύρου τη ζωγραφιά μ' ένα φύλλο χαρτιού από πάνω. Έμενα κατάπληκτος και ένιωθα μεγάλη συγκίνηση κάθε φορά που έβλεπα να παρουσιάζονται στο χαρτί τα ακριβή περιγράμματα της ζωγραφιάς εκείνης που τόσο θαύμαζα, αλλά το πάθος μου, χαρακτηριστικό για έναν καλλιτέχνη στα πρώτα του βήματα σαν κι εμένα, δεν έβρισκε ικανοποίηση: ήθελα να αντιγράφω τη ζωγραφιά χωρίς να την ξεπατικώνω. Έτσι έβαλα τα δυνατά μου για να το πετύχω, αλλά συναντούσα μεγάλη δυσκολία. Μια μέρα, θυμάμαι, προσπαθούσα να αντιγράψω μια φιγούρα που παρουσίαζε τον Άγιο Ιωάννη τον Βαπτιστή με εμφάνιση γυμνού νέου, ζωσμένου στη μέση με ένα δέρμα από κριάρι. Το κεφάλι του αγίου εικονιζόταν λίγο ελλειπτικό και ελαφρώς γυρμένο στο δεξιό ώμο, και αυτή η έλλειψη και η κίνηση μου φαίνονταν εμπόδια αξεπέραστα. Ήμουν απελπισμένος. Τότε ήρθε ο πατέρας μου να με βοηθήσει. Πήρε το μολύβι και σχεδίασε πάνω στο κεφάλι του αγίου ένα σταυρό του οποίου το κέντρο βρισκόταν στο κέντρο του κεφαλιού. Μετά ζωγράφισε έναν όμοιο σταυρό πάνω στο σχέδιο μου, εκεί όπου βρισκόταν το κεφάλι. Μου έδειξε πώς μπορούσα να βοηθηθώ μ' αυτούς τους δυο σταυρούς για να βρω τη θέση των ματιών, της μύτης, του στόματος, το ύψος και την απόσταση που έπρεπε να βρίσκεται το αυτί, τη γραμμή του κρανίου και του σαγονιού, κι έτσι με πολλή υπομονή, μετά από επανειλημμένες διορθώσεις, κατάφερα να ζωγραφίσω αρκετά καλά το κεφάλι του αγίου. Μεγάλη υπήρξε ή ικανοποίηση μου πού είχα μάθει το σύστημα των δυο σταυρών.

Ο πατέρας μου ήταν ένας άνθρωπος του δέκατου ένατου αιώνα. Ήταν μηχανικός και συγχρόνως άρχοντας από άλλες εποχές. Θαρραλέος, έντιμος, εργατικός, έξυπνος και καλός. Είχε σπουδάσει στη Φλωρεντία και στο Τορίνο και από μια ολόκληρη πολυμελή οικογένεια ευγενών ήταν ο μόνος που είχε θελήσει να εργαστεί. Όπως πολλοί άνθρωποι του δέκατου ένατου αιώνα διέθετε ποικίλες ικανότητες και αρετές. Ήταν άριστος μηχανικός, έγραφε με ωραιότατους χαρακτήρες, σχεδίαζε, είχε πολύ καλό αυτί για τη μουσική, ήταν παρατηρητικός και δηκτικός, μισούσε την αδικία, αγαπούσε τα ζώα, συμπεριφερόταν υπεροπτικά στους πλούσιους και τους ισχυρούς και ήταν πάντα έτοιμος να υπερασπιστεί και να βοηθήσει τους πιο αδύνατους και φτωχούς. Ήταν επίσης έξοχος ιππέας και είχε μονομαχήσει μερικές φορές με πιστόλι. Η μητέρα μου φύλαγε μια σφαίρα από πιστόλι, ντυμένη με χρυσό, που είχαν αφαιρέσει από το δεξιό μηρό τού πατέρα μου μετά από μια τέτοια μονομαχία.
Αυτά τα είπα για να δείξω ότι ο πατέρας μου, όπως πολλοί άνδρες της εποχής εκείνης, ήταν ακριβώς το αντίθετο των περισσότερων σημερινών ανδρών, που τους λείπει η αίσθηση της πραγματικότητας και κάθε ταμπεραμέντο, που είναι αδέξιοι και ανίκανοι και επιπλέον καθόλου ιπποτικοί, που είναι πολύ καιροσκόποι και έχουν το κεφάλι τους παραγεμισμένο με βλακεία. Αν, για παράδειγμα, σήμερα, ένα παιδί δεν καταφέρνει να ζωγραφίσει ένα κεφάλι, ο πατέρας του, ασφαλώς, δεν θα ξέρει να του υποδείξει το σύστημα των δυο σταυρών. Και αν, κατά κακή τύχη του παιδιού, ο πατέρας του είναι και «διανοούμενος», ε! τότε όχι μόνο δεν θα μπορεί να του διδάξει κανένα σύστημα, αλλά θα το ενθαρρύνει να ζωγραφίζει άσχημα, να ζωγραφίζει όλο και χειρότερα, να ζωγραφίζει φρικτά, ελπίζοντας ότι έτσι κάποια μέρα θα μπορέσει να γίνει ένας Ματίς και να κερδίσει φήμη και χρήματα.

[....] Μετά την οικία Βούρου πήγαμε να μείνουμε σ' ένα άλλο σπίτι, στου Γουναράκη. Ήταν μια έπαυλη νεοκλασικού ρυθμού με ωραίο κήπο στον οποίο υπήρχε ένας ευκάλυπτος. Ο πατέρας μου έλειπε συχνά, γιατί πήγαινε στον Βόλο, την κωμόπολη όπου γεννήθηκα, όπου επέβλεπε και διηύθυνε την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής που προχωρούσε στο εσωτερικό της Θεσσαλίας. Οι αναμνήσεις της ζωής μου στην οικία Γουναράκη είναι πολύ αόριστες. Από τα βορινά παράθυρα το βλέμμα πλανιόταν μακριά, μέχρι μια οροσειρά που το χειμώνα σκεπαζόταν με χιόνια κι απ' όπου κατέβαινε ένας ψυχρός άνεμος που πάγωνε το σπίτι. 
Θυμάμαι ένα ωραιότατο βιβλίο που μου χάρισαν στις γιορτές και που λεγότανΟι γελωτοποιοί νάνοι. Οι εικόνες εκείνου του βιβλίου ήταν έξοχες. Θυμάμαι ακόμα ένα άλλο βιβλίο όπου εικονίζονταν με χρώματα ολόκληρες οικογένειες γάτων. Εκείνοι οι γάτοι, τόσο ωραία σχεδιασμένοι καί χρωματισμένοι, τόσο ζωντανοί, ξυπνούσαν μέσα μου μια μεγάλη επιθυμία να σχεδιάσω και να ζωγραφίσω. 
[....] Στην οικία Γουναράκη μείναμε για λίγο καιρό.Ο πατέρας μου έπρεπε να μείνει στον Βόλο για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, γιατί μια άλλη διακλάδωση της σιδηροδρομικής γραμμής κατασκευαζόταν κατά μήκος των βουνών που απλώνονται στα ανατολικά της πόλης. Τότε, με όλα μας τα έπιπλα, τα μπαούλα και τις βαλίτσες, ξεκινήσαμε για την πόλη των Αργοναυτών, πάνω σ' ένα ατμόπλοιο που σάλπαρε από τον Πειραιά.

Στο μεταξύ μεγάλωνα. Η περιέργειά μου και η προσοχή με την οποία παρακολουθούσα το θέατρο της ζωής μεγάλωνε. 
Στον Βόλο ο πατέρας μου, ζήτησε από ένα νεαρό υπάλληλο των σιδηροδρόμων να μου παραδίδει μαθήματα σχεδίου. Ο πρώτος αυτός δάσκαλός μου λεγόταν Μαυρουδής κι ήταν Έλληνας από την Τεργέστη που μιλούσε λίγο τα ιταλικά με προφορά βενετσιάνικη. Σχεδίαζε θαυμάσια. 
[....] Το ψάρεμα ήταν για μένα μια μεγάλη χαρά. Σίγουρα όλες εκείνες οι μοναδικές θεαματικές ομορφιές που είδα στην Ελλάδα παιδί και που υπήρξαν ό,τι ωραιότερο είδα μέχρι σήμερα στη ζωή μου με εντυπωσίασαν τόσο βαθιά, έμειναν τόσο ισχυρά χαραγμένες μέσα στην ψυχή και στη σκέψη μου, επειδή εγώ είμαι ένας άνθρωπος ξεχωριστός, που όλα τα αισθάνεται και τα καταλαβαίνει εκατό φορές πιο έντονα από τους άλλους.

Για να πάμε για ψάρεμα, σηκωνόμασταν πολύ πρωί και, όταν μπαίναμε στη βάρκα που θα μας πήγαινε στ' ανοιχτά, στη μέση του κόλπου, ξημέρωνε ακόμα. Η θάλασσα ήταν καθρέφτης- ποτέ ξανά σε άλλες χώρες δεν είδα έναν τόσο όμορφο υδάτινο καθρέφτη. Κάθε τόσο, πάνω σ' εκείνη τη λαμπερή επιφάνεια, κάποιο ψάρι, κάποιος θεϊκός κέφαλος, έκανε ένα πήδημα έξω απ' το νερό.
Μετά από τόσα χρόνια ξαναβλέπω αυτό το θέαμα όπως το έβλεπα τότε, αλλά, αν ήθελα να το περιγράψω με ακρίβεια, να το παρουσιάσω με την πένα, το μολύβι ή το πινέλο, δεν θα τα κατάφερνα καθόλου. 
Giorgio de Chirico (1888-1978)


2 σχόλια:

  1. Εξαιρετικά ενδιαφέρον άρθρο, άξιζε την αναδημοσίευση!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. ... Ο συντοπίτης μου μεγάλος ζωγράφος... Υπάρχει στο Βόλο προς τιμήν του η αίθουσα "Ντε Κίρικο"... Να προσθέσω ότι ο πατέρα του ήταν ο υπεύθυνος μηχανικός για την κατασκευή της σιδηριδρομικής γραμμής και μας άφησε ένα υπέροχο νεοκλασικό κτίριο, αυτό του σιδηροδρομικού σταθμού του Βόλου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή