Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λοιπά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Λοιπά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Τὸ Γιαλόξυλο

... Ο κάθε δρόμος βγάζει αργά

μπρος στην δική σου πόρτα..



Ποῦ θραύεται μὲ ἀφροὺς λύσσης τὸ κῦμα, καὶ ὀργώνει τὸ πέλαγος ἄγριος ὁ βορρᾶς; Ἐκεῖ, ὄπισθεν τῆς χαμηλῆς ράχης, ὁποὺ κορυφοῦται εἰς ὑψηλὴν ἀκτὴν πρὸς τὰ βασίλεια τοῦ πόντου, ἁπλώνεται μέγας, ἀχανὴς ὁ κῆπος τοῦ Σαγρῆ τοῦ Γιώργη. Οἱ φράκται του εἶναι ἀπὸ κυδωνιές, εἰς τὴν μίαν πλευράν, ἀπὸ καλαμῶνα καὶ πυκνοὺς θάμνους εἰς τὴν ἄλλην. Ὅλη ἡ ἐργασία τοῦ Γιώργη ἔχει τὴν σφραγῖδα τῆς φιλοκαλίας. Οἱ γείτονές του ὅλοι τὸν ἐζηλοφθονοῦσαν. Αὐτῶν τὰ χωράφια καὶ τὰ ἰδιόκτητα, καὶ ὅσα ὡς κολλῆγαι ἔπαιρναν ὡς μισακά, ποτὲ δὲν ἐκαρποῦσαν. Τοῦ Γιώργη ἀπέδιδαν ἑκατονταπλάσιον καρπόν. Τὴν ἄλλην χρονιὰν ὁ Γιώργης, διὰ νὰ τοὺς εὐχαριστήσῃ, παρῃτεῖτο ἀπὸ τὴν κολληγιάν, καὶ παρέδιδεν εἰς αὐτοὺς τὰ χωράφια. Πλὴν τοῦ κάκου, δὲν ἐκαρποῦσαν. Εἶχε κάποιαν εὐλογίαν ὁ Γιώργης. Ἦτο ἀληθινός, ἀρχαϊκός, λείψανον τοῦ παρελθόντος. Σπάνιον δεῖγμα ἀνθρώπου εἰς τὰς ἡμέρας μας.

Ἀνατολικῶς τοῦ κήπου, ἐσχίζετο ἡ χθαμαλὴ ἀκτὴ πρὸς τὸν αἰγιαλόν, καὶ ἦτο χείμαρρος, καὶ ἦτο χαράδρα, τὴν ὁποίαν εἶχαν σχηματίσει οἱ ὄμβροι ἄνωθεν, καὶ τὰ κύματα τοῦ Γραίου κάτωθεν. Εἰς τὸ μέσον τῆς χαράδρας, ὀλίγας ὀργυιὰς ἀπὸ τὸ κῦμα, ἦτο ἡ βάρκα τοῦ μπαρμπα-Γιώργη, συρμένη ἔξω διαρκῶς. Εἰς τὰ νιᾶτά του, καίτοι χωρικός, ἠγάπα ὁ Σαγρῆς νὰ γιαλεύῃ* ἐνίοτε, καὶ νὰ βγαίνῃ στὸ πυροφάνι τὰς ἀσελήνους νύκτας.

Δίπλα εἰς τὴν βάρκαν τὴν συρμένην ἦτο ἓν γιαλόξυλο, τεράστιον ξύλον, ὅμοιον μὲ κορμὸν γίγαντος, μὲ κολοβὰ ἄκρα χελώνης, χωρὶς βραχίονας καὶ σκέλη.

Πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εὑρίσκετο ἐδῶ, μισοχωμένο στὴν ἄμμον, τὸ γιαλόξυλο αὐτό. Διὰ νὰ τὸ σηκώσουν ἐχρειάζετο ἡ δύναμις διπλοῦ ζεύγους βοῶν. Καὶ κανεὶς δὲν ἐφρόντισε νὰ τὸ μετακινήσῃ, διότι θὰ ἦτο ἀκριβὸν μετάλλευμα, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μετακομισθῇ πρὸς χρῆσιν εἰς τὴν πολίχνην. Ἀπὸ πολλῶν λησμονημένων χρόνων, τὸ βωβὸν ξύλον, διηγεῖτο τὴν ἄφωνον ἱστορίαν του, ἱστορίαν ναυαγίου καὶ φρίκης, ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ὁ ὑλοτόμος τὸ εἶχε ρίψει μὲ στιβαροὺς κτύπους πελέκεως εἰς τὸ βουνόν, μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἥν, ἀφοῦ ὁ ναυπηγὸς τὸ ἐπελέκησε, καὶ τὸ ἐτοποθέτησεν ἐν ἁρμονίᾳ μετ’ ἄλλων ξύλων εἰς τὸ σκάφος, τὸ πλοῖον συνετρίβη εἰς τοὺς ὑπὸ τὸ κῦμα ὑπούλους βράχους, καὶ αὐτὸ ἀποσπασθὲν ἔπλευσεν, ἐβούλιαξε, καὶ ἡ σύρτις τὸ ἔφερε καὶ τὸ ἔρριψεν εἰς τὸν αἰγιαλόν, ὅμοιον μὲ φύλλον φθινοπώρου, βαρὺ φύλλον τῆς αἰωνιότητος ― λευκὴν σελίδα μὲ μυστηριώδη γράμματα, τῆς ἱστορίας τοῦ πόνου…

***

Ὁ Νάσος ὁ Κοψίδας ἦτο τριακοντούτης, μεγαλόσωμος, μὲ ἡλιοκαές, πλατὺ πρόσωπον. Ἦτο γείτων τοῦ Γιώργη τοῦ Σαγρῆ. Ἔσπερνε χωράφια, ἔβοσκε πρόβατα, καὶ προκοπὴν δὲν ἔβλεπεν. Ἔκλεφτε γίδια. Ὀλίγα τινὰ ἕρμαια τοῦ ἐτύχαιναν κάποτε εἰς τὸν ἔρημον ἐκεῖνον αἰγιαλόν. Συντρίμματα ναυαγίων, ὄχι πελώρια, ὅπως τὸ γιαλόξυλον ἐκεῖνο τὸ μοναδικόν, ἔφερνεν ἔξω τὸ κῦμα. Ὄχι σπανίως, κατὰ τὰς φοβερὰς ἐκείνας τρικυμίας τῶν ἀρχῶν τοῦ χειμῶνος, συνέβαινε να ἐκβράσῃ ἡ θάλασσα ζαλισμένους ἀστακούς, κ’ ἕνα πελώριον ὀρφόν, ζωντανὸν καὶ ἀσπαίροντα, δώδεκα ὀκάδων τὸ βάρος. Τοιαῦτα ἦσαν τὰ τυχηρὰ τοῦ Νάσου τοῦ Κοψίδα.

Ποῦ ἡ μακαρία ἐκείνη ἐποχή, ―δὲν ἦσαν πολλὰ χρόνια ἔκτοτε, ἀλλὰ πόσον γρήγορα τὰ παρόντα γίνονται παρελθόντα!― ὁπόταν, εἰς τὸν καιρὸν τοῦ τρύγου, ἀπὸ χρονιὰν εἰς χρονιὰν, ὁ Νάσος ἔκλεφτεν ―ἢ μᾶλλον ἐδανείζετο ἀναρώτα*― τὴν βάρκαν τὴν συρμένην τοῦ καλοῦ γείτονός του, τὴν ἔρριπτε μὲ τοὺς ἡρακλείους βραχίονάς του εἰς τὴν θάλασσαν, τὴν ἐφόρτωνε μὲ πέντε ἢ ἓξ μεγάλες κόφες σταφύλια κλεμμένα, ἔμβαινε κι αὐτὸς μέσα, ἐγύριζε τὴν πλώρην πρὸς τὸ πέλαγος, καὶ κάμνων γουργούλαν* μὲ τὸ κωπίον εἰς τὴν πρύμνην, νύκτα, εἰς τὸν αἰγιαλὸν τοῦ ἀντικρυνοῦ χωρίου, τὴν Πλατάναν, ἐπωλοῦσε τὸ ἐμπόρευμά του εἰς τοὺς πελάτας ποὺ ἤξευρε, (ἦσαν οἰνοποιοί, ἔχοντες τοὺς ληνούς των εἰς τὴν παραθαλασσίαν*, καὶ αὐτὸς τοὺς ἐξύπνα μεσάνυχτα), ἐγύριζεν εἰς τὴν βάρκαν του, καὶ μὲ τὴν γουργούλα πάλιν, εἰς ἑπτὰ μιλίων πλοῦν, νύκτα ἀκόμη, κατέπλεεν εἰς τὴν μικρὰν ἀκτήν, καὶ πάλιν ἔσυρε τὴν βαρκούλαν εἰς τὴν θέσιν της, δίπλα στὸ γιαλόξυλον!…

Τώρα οἱ καιροὶ εἶχον ἀλλάξει πλέον. Κάπως τὸν εἶχον μάθει, καὶ δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ κάμῃ τέτοια ἀλαφρεμπόρια*. Περίεργον ὅτι καὶ χωρὶς νὰ τὸν ἰδῇ κανείς, φήμη ἀόριστος γεννᾶται, καὶ τὸ πρᾶγμα «μαθεύεται». Ἡ θάλασσα «τὸ λέγει τοῦ κουπιοῦ», καὶ τὸ κουπὶ τὸ λέγει… εἰς ὅλον τὸν κόσμον.

Μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ Γιώργης ὁ Σαγρῆς, θέλων νὰ νουθετήσῃ κάπως τὸν γείτονά του, εἶπε:

—  Κοίταξε καλά, Νάσο· ἡ βάρκα πάλιωσε πλέον· κάνει νερά.

Ὁ Νάσος ἀπήντησε:

—Ἡσύχασε, γείτονα· ξέρω κολύμπι.

Ὁ Γιώργης ἦτο ἑπόμενον ἐκ τῆς κοινῆς φήμης καὶ αὐτὸς νὰ μάθῃ ὅτι ὁ Κοψίδας τοῦ εἶχε κλέψει ἐπανειλημμένως τὴν βάρκαν. Ἀλλ’ ὅμως δὲν ἤθελε νὰ προσβάλῃ ἀποτόμως τὸν Νάσον, ἂν καὶ δι’ αὐτοψίας εἶχε βεβαιωθῆ ὅτι ἡ συρμένη βάρκα εἶχε πλεύσει.

***

Ἂν ἤξευρε καλὸ κολύμπι ὁ Νάσος ὁ Κοψίδας, τὸ ἀπέδειξεν ἐσχάτως, τὸ φθινόπωρον. Εἶχε κλέψει δύο ἢ τρεῖς φορὰς ἐρίφια ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς τοῦ βουνοῦ, τοὺς ὁδηγοῦντας κάποτε κάτω εἰς τὸν αἰγιαλὸν τὰ κοπάδια των, διὰ ν’ ἁρμυρίσουν*.

Ἀλλὰ τί νὰ τὰ κάμῃ τὰ κλεμμένα ἐρίφια ὁ Νάσος; Δὲν ἦτο μεγάλη στεριά, ὅπως δυνηθῇ νὰ τὰ κάμῃ ἄφαντα ἐν τῷ ἅμα. Ἀπὸ τὸν ἕνα γιαλὸν τῆς νήσου εἰς τὸν ἄλλον ἦτο μόνον τεσσάρων ὡρῶν δρόμος.

Πρὸς τ’ ἀνατολικὰ τῆς μικρὰς ἀκτῆς, τῆς χαράδρας, ἦτο τὸ Ἀσπρόνησον, βραχῶδες λευκὸν νησίον, ἔρημον καὶ ἄγονον, τὸ ὁποῖον ἀσπρίζει εἰς τὸν ἥλιον ὡς νὰ εἶναι χιονισμένον. Ἐκεῖ εἶν’ αἱ φωλεαὶ τῶν γλάρων καὶ ἄλλων θαλασσίων ὀρνέων, κατὰ καιροὺς δὲ ἔχουν ριγμένα ἐπάνω κουνέλια· ἐνίοτε ἀκούονται αἴγαγροι νὰ βελάζουν θλιβερῶς πρὸς τὸ κῦμα, ὅταν βλέπουν κανένα ψαρὰν μὲ τὴν βάρκαν του νὰ παραπλέῃ. Τὸ νησίον ἀπέχει ἀπὸ τὴν ἀκτὴν ὑπὲρ τὰς ἑκατὸν ὀργυιὰς τόπον.

Ὁ ἄξιος Νάσος, νύκτα καὶ σκότος ἐγυμνώθη, ἐφορτώθη τὰ κατσίκια εἰς τοὺς πλατεῖς ὤμους του, ἀσφαλίσας αὐτὰ διὰ σχοινίου περὶ τὸν τράχηλόν του, ἐρρίφθη εἰς τὸ κῦμα, καὶ κολυμβῶν μὲ ἀπίστευτον τόλμην, ἔφθασεν εἰς τὸ Ἀσπρόνησον. Τὸν ἆθλον τοῦτον φαίνεται ὅτι ἔπραξε δύο ἢ τρεῖς φοράς. Ἐκεῖ ἐνεπιστεύθη τὰ κλεμμένα ἐρίφιά του. Καὶ ἀπὸ τὴν ράχην ἀντικρύ, καθὼς ἔβοσκε καθ’ ἑκάστην τὰ πρόβατά του, τὰ ἐθώπευε μὲ τὸ ὄμμα, καὶ ἠπείλει νὰ πετροβολήσῃ μὲ πελώρια κοτρώνια κάθε ψαρὰν ἢ πορθμέα ὁ ὁποῖος θὰ ἐτολμοῦσε νὰ τοῦ τὰ διαμφισβητήσῃ. Ἦσαν ἰδικόν του θήραμα.

Τέλος, ἦλθαν τὰ Χριστούγεννα, καὶ ὁ Νάσος ἐσκέφθη, ἂν ἔκαμνε νερὰ ἢ ὄχι ἡ συρμένη δίπλα εἰς τὸ γιαλόξυλον παλαιὰ βάρκα τοῦ Σαγρῆ τοῦ γείτονός του, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ μίαν φορὰν ἀκόμη.

Καὶ τὴν βαθεῖαν νύκτα, ὅταν τὸ δρέπανον τῆς σελήνης ἦτο εἰς ἀκμὴν* νὰ κρυβῇ ὄπισθεν τῶν δυτικῶν βουνῶν, ἐξέσκαψε γύρω-γύρω τὴν ἄμμον, ἔστησε τὴν μικρὰν σκάφην, καὶ τὴν ἔσπρωξε πρὸς τὴν θάλασσαν. Ἐμβῆκε, καὶ μὲ τὸ μοναδικὸν κωπίον ἐλαύνων ἔφθασεν εἰς τὸ Ἀσπρόνησον. Ἐξησφάλισε τὴν βάρκαν, ἀνέβη εἰς τὴν ἀπότομον ράχην τοῦ νησιοῦ, ἔκραξε τὰ ἐρίφιά του, καὶ τὰ συνέλαβε. Εἶχε ρίψει πέντε ἐπάνω εἰς τὸ ἐρημόνησον. Τὰ τέσσαρα ἔπιασε μὲ τοὺς βραχίονάς του, τὸ ἓν ἔλειπε. Τὸ ἀνεζήτησε, τὸ ἐκάλεσεν· ἀπήντησε μόνη ἡ ἠχὼ τῶν θαλασσίων ἄντρων, καὶ οἱ πτερυγισμοὶ τῶν φευγόντων γλάρων. Τὸ ἐρίφιον δὲν ἐφάνη. Ἢ τὸ εἶχεν ἁρπάσει ὁ θαλασσαετός, ἢ τὸ εἶχαν ξεφαντώσει οἱ θαλασσινοὶ… ἄνθρωποι.

Τέλος, ἐπεβίβασε τὰ τέσσαρα ἐρίφια, καὶ ἀπῆλθε. Εἰς ὀλίγα λεπτὰ θὰ ἔφθανεν εἰς τὴν ἀκτήν.

Πλὴν τότε εἶδεν ὅτι ἡ φελούκα ἔκαμνε νερὰ πράγματι. Εἰς τὸν ἀνάπλουν δὲν τὸ εἶχε ψηφίσει, ἐπειδὴ ἦτο μικρὸν τὸ κακό. Εἰς τὴν σπουδὴν καὶ ἀνυπομονησίαν του, εἶχε ξεχάσει νὰ πάρῃ μαζί του μίαν φλάσκαν ποιμενικήν, διὰ νὰ βγάζῃ τὰ νερά. Πλὴν τώρα, εἶχε παραγίνει. Ἡ φελούκα ἦτον μισοβουλιαγμένη τῷ ὄντι.

Τὰ ἐρίφια ἔπλεον μέσα εἰς τὸ νερόν, καὶ αὐτὸς ἦτον πνιγμένος ὣς τὸ γόνα. Ὁ δρόμος τῆς βάρκας ἐκόπτετο ἀπὸ τὸ βάρος. Ἡ θάλασσα ἤθελε τὸ ἰδικόν της, διεξεδίκει τὸ θῦμά της.

Τέλος, χωρὶς νὰ βουλιάξῃ ὅλως διόλου ἀκόμη, κατώρθωσε νὰ φθάσῃ μέχρι βολῆς λίθου ἀπὸ τῆς ἀκτῆς. Τότε ἀγκάλιασε τὰ τέσσαρα ἐρίφια, ἄφησε τὴν βάρκαν νὰ βουλιάξῃ, κ’ ἐρρίφθη εἰς τὸ κῦμα. Μετὰ μίαν ἢ δύο ὀργυιὰς ἀφοῦ ἔπλευσε, ἐβίασε τὸ φορτίον του νὰ πλέῃ, ἔφθασεν εἰς τὰ ρηχά. Τὰ ἐρίφια ἐβέλαζον θλιβερῶς. Ἦτο εὐτυχὴς διότι δὲν ἐβιάσθη νὰ κάμῃ ἀβαρίαν.

Ἀπὸ τὴν ἄμμον τοῦ αἰγιαλοῦ, τὸν ἐχαιρέτισε μὲ εἰρωνείαν ἡ φωνὴ τοῦ Γιώργη τοῦ Σαγρῆ:

—  Δὲ σοῦ εἶπα, Νάσο, πὼς ἡ βάρκα ἔκανε νερά;

Ὁ Νάσος, μισοπνιγμένος, ἀποστάζων ἀφροὺς καὶ ἅρμην, σφίγγων μὲ τὰς χεῖρας τὰ τέσσαρα ἐρίφια, ἀπήντησε:

—   Δὲν ἔπαθε τίποτα ἡ βάρκα Γιῶργο, τὸ πρωὶ τὴν ξεβουλιοῦμε… Νὰ γλυτώσουμε πρῶτα τὰ ζωντανά, ἡ μέρα πού ᾽ναι αὔριο.

Ἐξημέρωνε Χριστούγεννα.

(1905)

Σημ.-Οι στίχοι στην αρχή είναι του Γιάννη Ρίτσου

-Το διήγημα αυτό του Παπαδιαμάντη είναι από τα πλέον πρόσφατα που ανακαλύφθηκαν και ταυτοποιήθηκαν. Πρόκειται μάλλον για ημιτελές. Όμως όπως τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου ή του Σολωμού έτσι κι αυτό έχει μια αφανή σχεδόν μυστική πληρότητα.


Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

Δι'ευχών...

 από harddog-sport

Περί ευχών, γενικώς...

 Πριν από μερικά χρόνια κάποιος φωστήρας συνέλαβε και εισήγαγε, και οι λοιποί φωστήρες (μικροί-μεγάλοι) συνέβαλαν στην καθιέρωσή του, το «καλησπέρα» από τις 12:01. Ακόμη και αν έχεις ξυπνήσει στη μία, ακόμη και ανο ήλιος βαράει κατακέφαλα, ακόμη και αν τους απαντάς... καλημέρα, απτόητοι οι καλησπεριτζήδες. Προφανώς, έψαξαν στο λεξικό λήμμα «σπέρα», δεν μπόρεσαν να το βρουν και ποιος ξέρει τι νομίζουν τόσα χρόνια...  

Μετά πλάκωσαν κάτι γκαρσόνες - φοιτητριούλες (προφανώς, κατόπιν έμπνευσης κάποιου πιονέρου μαγαζάτορα), οι οποίες μαζί με το κλαμπ σάντουιτς ή τον καφέ σού σέρβιραν κι ένα «καλή απόλαυση». Και μια χαρτοπετσέτα να ζητούσες, αν δεν έστριβε ο άλλος... «καλή απόλαυση». Ευτυχώς, πάντως, υπήρξε σοβαρή αντίσταση από σερβιτόρες/ους, που χρησιμοποιούν κυρίως το «στην υγειά σας» και το «καλή όρεξη».

Ύστερα μας κατέκλυσε το «καλή συνέχεια». Είτε είσαι για δουλειά στο γραφείο, είτε ετοιμάζεσαι να πας να μαζέψεις ελιές στην Άμφισσα, είτε ξύνεις τ' αχαμνά σου σκοπεύοντας να τα... ματώσεις μέχρι τ' άγρια μεσάνυχτα, βαριέσαι να μετράς τα «καλή συνέχεια». Για να είμαι ειλικρινής, το έχω ψιλοκολλήσει κι εγώ...

Έπειτα ήρθε η πανδημία και το «καλή ανοσία», που μαζί με το(ν) ήδη εδραιωμένο «καλό παράδεισο» (άμα δεν έχει πιάσει η ευχή της ανοσίας, αλλά και σε κάθε περίπτωση θανάτου...) ανέβασαν τις ευχές σε άλλο επίπεδο, ενώ πλέον σε μέρες σαν η σημερινή έχουμε και πολλή «Καλή Παναγιά». Που παλιότερα -κάτι θυμόμαστε κι εμείς που κουβαλάμε κάμποσους Δεκαπενταύγουστους στην πλάτη μας- φοριόταν ελάχιστα έως καθόλου και αν φοριόταν ήταν μόνο σε συγκεκριμένους κύκλους ανθρώπων και συγκεκριμένες περιοχές. Σίγουρα δεν ήταν τόσο διαδεδομένη ευχή όσο σήμερα. 

Αλλά πόση «Καλή Παναγιά» ακόμη; Από βδομάδα θ' αρχίσουν να σκάνε τα πρώτα «καλό χειμώνα»...

Νίκος Σαρίδης απο fb

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021

Απόψεις και κατόψεις



  • Και μόνο που βλέπεις και ακούς τους αρνητές εμβολιασμού, σου έρχεται η διάθεση να ξανα- εμβολιαστείς.


  • Στα ψιλά διαβάζω ότι 74χρονΗ στραγγάλισε τον 80χρονO σύζυγο της σε κάποιο διαμέρισμα σε κάποια λαϊκή συνοικία της Αθήνας.Τα social media δεν καταδέχονται να ασχοληθούν με το θέμα.Το ασυνείδητο και η υστερία των μικροαστών ηθικολόγων απαιτεί φαντασιώσεις Νιότης,σεξ,και χρήματος.Άντε και παιδάκια για το μελό και τη φιλανθρωπία.


  • Αδικημένοι αριστούχοι και αδικημένοι υποψήφιοι φοιτητοσπουδαστές.Ίσως περιοριστεί η παραγωγή πτυχιούχου όχλου.Θα παράγεται σκέτος όχλος χωρίς τη βούλα.


  • Η ΑΔΕΔΥ και υπάλληλοι του ΕΦΚΑ προσφεύγουν στο ΣτΕ για να μην ασχοληθούν με έκδοση συντάξεων ιδιώτες και επικαλούνται το ΣΥΝΤΑΓΜΑ.11 χρόνια μνημόνια,το δημοψήφισμα του '15 δε τους ανησύχησαν, τώρα που θα χαλάσει η μπίσνα θυμηθήκανε το -ανύπαρκτο-Σύνταγμα.


  • Το 230% του ΑΕΠ δηλ. 380 δις έφτασε το δημόσιο χρέος 31/3/21 και καλπάζει για τα 400.Ρίξε τσιγγάνα τα χαρτιά και πες μου τι σου λένε...



Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

Τα παθήματα και τα μαθήματα

 Απαγορεύονται βέβαια οι αναφορές και η μνήμη. Απαγορεύονται και λέξεις όπως "μνημόνια", "δημοψήφισμα", "προδοσία" κ.α.

Σήμερα λοιπόν αγαπητά μου παιδιά ΕΟΡΤΑΖΟΥΜΕ τη σωτηρία της πατρίδας μας από τον πολυχρονεμένο μας και ευλογημένο από τον Πάπα ,αλλά και μεγάλο ριζοσπάστη Τσίπρα.Περισσότερα εδώ

Όμως φαίνεται ότι οι πολιτικάντηδες δεν διδάχτηκαν από την αποτυχία της τότε τρομοπροπαγάνδας με αποτέλεσμα να κάνουν και τώρα το ίδιο λάθος με τους ανεμβολίαστους για να τους κάνουν να εμβολιαστούν.

Τα βοθροκάναλα και ο Γεωργιάδης -αν είχαν διδαχθεί-θα έπρεπε να τσιρίζουν και να απειλούν για ΝΑ ΑΠΟΤΡΕΨΟΥΝ το κόσμο να εμβολιαστεί. Έτσι ο κόσμος θα έτρεχε να εμβολιαστεί. Τόσο απλό.  

Πέμπτη 3 Δεκεμβρίου 2020

Όταν η λήγουσα είναι μακρά και άλλες τέχνες

 Διαβάζω στο δυσεύρετο βιβλίο του Γιώργη Μουφλουζέλη ότι για τους στίχους του τραγουδιού 


"η προπαραλήγουσα ποτέ δεν περισπάται

όταν η λήγουσα είναι μακρά"

σχολιάστηκε και του έγινε παρατήρηση από "μορφωμένους" διότι κάνει δύο σε ένα τους κανόνες της γραμματικής και μάλιστα λάθος.

Ο Μουφλουζέλης λέει ότι δεν είναι δάσκαλος αλλά ένας ημια-αγράμματος μουσικάντης και είναι άλλος ο ρόλος και το νόημα του τραγουδιού.

Αυτό μου έφερε στο μυαλό τον συμπατριώτη του Θεόφιλο (ο Μουφλουζέλης τον πρόλαβε στη Μυτιλήνη) πού όταν του παρατήρησαν ότι έτσι όπως ζωγράφισε τα ψωμιά θα πέσουν, αυτός ταπεινά απάντησε ότι μόνο τα πραγματικά πέφτουν και όχι τα ζωγραφιστά.


Τελικά δεν είναι τυχαίο που κανένας Φιλόλογος δεν έγινε -εδώ ή έξω-μεγάλος συγγραφέας,αλλά όλοι είναι από μέτριοι και κάτω.

Η Τέχνη απαιτεί μέτρα και διαστάσεις πέραν της απτής πραγματικότητας και προπαντός της διδασκόμενης.

Παρασκευή 6 Νοεμβρίου 2020

Αφελείς θεατές

 Η εξουσία ενδιαφέρεται για την υγεία σου

Η εξουσία ενδιαφέρεται για την παιδεία και ιδιαίτερα των νηπίων

Η εξουσία ενδιαφέρεται για το αν έχεις να φας

Η εξουσία ενδιαφέρεται για τους αδύναμους και τους ηλικιωμένους

Η εξουσία λέει την αλήθεια

Όλα τα ανωτέρω σε Υπερθετικό βαθμό, όπως τεκμηριώνεται τα τελευταία 200 χρόνια συμβαίνουν ιδιαίτερα στην πολυαγαπημένη μας πατρίδα. 



Η Εξουσία φοβάται μόνο μήπως χάσει τον έλεγχο και πάρει άλλος τη θέση της και τη κουτάλα.