Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Στην εποχή της απάτης και της αυταπάτης-Μαρτυρίες

Για όσους ψηφίζουν νομίζοντας ότι στο υποτελές προτεκτοράτο υπάρχει "Δημοκρατία".

 Από http://www.nadiavalavani.gr/2022/06/28062022.html


Αθήνα, 28.06.2022




ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΑΡΓΙΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ: OTAN AKOMA ΥΠΗΡΧΕ ΕΛΠΙΔΑ


                                                                της Νάντιας Βαλαβάνη


Παρασκευή, 26 Ιουνίου, στις 9 το βράδυ βρεθήκαμε στο Μαξίμου για ενημέρωση του Κυβερνητικού Συμβούλιου – δεν ήμουν μέλος, με καλούσαν για θέματα οικονομίας. Περίμενα να εμφανιστεί ο Βούτσης, που εκείνη τη βδομάδα είχε την ευθύνη της κυβέρνησης, καθώς ο Πρωθυπουργός έλειπε στο εξωτερικό - επιχειρώντας να κλείσει, μαζί με τον Υπουργό Οικονομικών και σύμφωνα με τη βασική μας δέσμευση, τον «έντιμο συμβιβασμό που θα τερμάτιζε τα μνημόνια»: Οι «θεσμοί» υποτίθεται ότι είχαν κάνει καταρχήν δεκτό το κείμενο προτάσεων που είχαμε παραδώσει το Σαββατοκύριακο. Εμφανίστηκε ωστόσο ο Α.Τσίπρας, έχοντας επιστρέψει αιφνιδιαστικά: Το σχέδιο είχε απορριφθεί μετ’  επαίνων και ο Πρόεδρος της ΕΕ παρέδωσε - πρώτη φορά από την έναρξη των διαπραγματεύσεων – ένα δικό τους σχέδιο, αδιαπραγμάτευτο, με μορφή τελεσίγραφου. Ο Τσίπρας μας είπε ότι ο ίδιος δε μπορούσε να πάρει την ευθύνη απόρριψης ή αποδοχής του, θα έπρεπε γι’  αυτό ν’  αποφασίσει ο λαός μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος μέσα σε εννιά μέρες. Κάποιοι ομιλητές (Δραγασάκης, Σταθάκης) προσπάθησαν να τον αποτρέψουν, οι υπόλοιποι απ’  όσους πήραμε το λόγο συμφωνήσαμε μαζί του. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα είχε κληθεί σε συνεδρίαση – που δεν έγινε - το Υπουργικό Συμβούλιο: Ενημερώθηκαν χωρίς συζήτηση, ενώ είχαμε αρχίσει να υπογράφουμε το Διάταγμα για το Δημοψήφισμα. Συνεργείο της ΕΡΤ βιντεοσκοπούσε ήδη στο διάδρομο το πρωθυπουργικό διάγγελμα.


Κυριακάτικα μάθαμε για τον υπουργό Οικονομικών, που θα παραβρισκόταν στη σαββατιάτικη συνεδρίαση του Eurogroup για την Ελλάδα: Δεν τον άφησαν να μιλήσει, τον πέταξαν έξω.


Μεταξύ 2012-2014, χάρη στη μνημονιακή συγκρότηση της ΓΓΔΕ με «διοικητική και οικονομική αυτοδυναμία», ολόκληρος ο μηχανισμός φορολογίας είχε  «αποχωρήσει» από τον αρμόδιο υπουργό. Τον μηχανισμό του ΥπΟικ ως προς τη φορολογία αποτελούσαν έτσι πλέον όλοι-όλοι δυο συνεργάτες, πέντε μετακλητοί, ένας πάρεδρος του Νομικού Συμβούλιου του Κράτους και καμιά δεκαριά δημόσιοι υπάλληλοι, που είχα αποσπάσει από ΣΔΟΕ, ΔΟΥ και τελωνεία.


Ευτυχής συγκυρία; Ελάχιστες μέρες πριν τα είχαμε «ξαναβρεί» με την Διοικήτρια της ΓΓΔΕ Κ.Σαββαίδου: Στα συν, η συνεργασία μαζί της και με το βασικό προσωπικό των επιτελικών τμημάτων της ΓΓΔΕ, ανθρώπων με ουσιαστικά προσόντα και ικανότητες, μέσα από την οποία προέκυψε ο νόμος για «κούρεμα» και ρύθμιση των χρεών προς το Δημόσιο έως 100 δόσεις, που «γράφτηκε» απ’  αυτούς μετά από δύο αξέχαστες 8ωρες συνεδριάσεις μαζί μου και με τον Κώστα Παπαδιγενόπουλο – όπως μου είπαν, ήταν η πρώτη φορά που υπουργός τους ζητούσε να διατυπώσουν ένα νόμο, καθώς τα φορολογικά νομοσχέδια έρχονταν έτοιμα και στ’  αγγλικά, από μεγάλα νομικά γραφεία του εξωτερικού και της Αθήνας. Στα μείον, ότι τους δυο τελευταίους μήνες είχαμε κόψει οποιαδήποτε επαφή και λύναμε τις εκκρεμότητες μέσω  τρίτων.


Μέχρι τότε το ΥπΟικ δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τις τράπεζες: Αποτελούσαν αποκλειστικό αντικείμενο του Αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Γ.Δραγασάκη. Ωστόσο εκείνη την Κυριακή, 28 Ιουνίου στο διάδρομο έξω απ’  το γραφείο μου εμφανίστηκε συνεργάτης του Αντιπροέδρου και με ενημέρωσε στα όρθια, μπροστά σε όλους τους παρόντες, ότι η ΕΚΤ είχε αποφασίσει να μην αυξήσει (αντίθετα με ότι είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν με τις μνημονιακές κυβερνήσεις) το όριο του ELA, που εξασφάλιζε τη ρευστότητα των τραπεζών από το 2010. Προκειμένου να προλάβει ένα bank run, η κυβέρνηση θα προχωρούσε αναγκαστικά σε τραπεζική αργία τουλάχιστον για καμιά βδομάδα  (κράτησε παρακάτι τρεις), capital controls και περιορισμό του όριου ημερήσιων αναλήψεων από ΑΤΜ. Με ενημέρωσε επίσης ότι από το βράδυ θα συμμετείχα σε μια επιτροπή, θεσμοποιημένη στο πλαίσιο των μνημονίων, αλλά ασυγκρότητη, παρακολούθησης των τραπεζών σε καθεστώς capital controls.


Το απόγευμα συμμετείχα με τον Μάρδα σε πλατιά σύσκεψη στο γραφείο του Βαρουφάκη για να εντοπίσουμε τα χειρότερα σημεία της κατάστασης και το βράδυ βρέθηκα μαζί με όλους τους τραπεζίτες της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Στουρνάρα, στην «πρώτη» της νέας επιτροπής. Επικρατούσε σχετική κατήφεια. Θυμάμαι ότι αναστοχαζόμουνα ειρωνικά το δίλημμα στους στίχους του Μπρεχτ στο δεύτερο, το απαγορευμένο από τον Κουρτ Βάιλ, φινάλε της «Όπερας της πεντάρας» για το αν είναι μεγαλύτερο έγκλημα η ληστεία ή η ίδρυση μιας τράπεζας...


Η βδομάδα που ακολούθησε ήταν σουρεαλιστική. Ξεκινούσε πρωί-πρωί περνώντας, καθοδόν προς το υπουργείο λίγα νούμερα παρακάτω, μπροστά από την ουρά στο ΑΤΜ της «Εθνικής», γωνία Καραγεώργη Σερβίας. Συνεχιζόταν με καθημερινή συνεργασία με τη Σαββαϊδου για να εξασφαλιστούν τα φορολογικά έσοδα και η απρόσκοπτη ένταξη στις 100 δόσεις με κλειστές τράπεζες. Το σημαντικότερο από τα μέτρα που συμφωνήσαμε και υπέγραψα ήταν η κατάργηση του όριου των 200 ευρώ μετρητά σε ΔΟΥ και τελωνεία: Στις ΔΟΥ τα μετρητά ανέβηκαν αν θυμάμαι καλά στα 9.000 ευρώ, στα Τελωνεία στα 900.000 τη μέρα – για να μπορούν οι εταιρείες να εκτελωνίζουν τα καύσιμα του 24ωρου. Στις τρεις βδομάδες των κλειστών τραπεζών, σε ΔΟΥ και τελωνεία συγκεντρώνονταν τεράστιες ποσότητες μετρητών – ευτυχώς το ήξεραν ελάχιστοι. Τηλεφώνησα στον Αρχηγό της ΕΛΑΣ και ζήτησα αστυνομική φρούρηση των ΔΟΥ στη Αττική. Σήκωσε τα χέρια, συμβιβαστήκαμε να περνάει περιπολικό απ’ έξω μερικές φορές τη μέρα. Εφοριακοί μου διηγούνταν ιστορίες θρίλερ για τελωνεία σε Αττική και Θεσσαλονίκη, πώς υπάλληλοι εταιρειών καυσίμων περίμεναν να πέσει το σκοτάδι για να εμφανιστούν στην είσοδο τους σέρνοντας μαύρες σακκούλες σκουπιδιών γεμάτες με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Σ΄ αυτές τις συνθήκες, στις δυο βδομάδες που ακολούθησαν μέχρι τις 15 Ιουλίου (οπότε και δεν ανανεώθηκε ξανά η ισχύς του νόμου για τις 100 δόσεις – προαπαιτούμενο του Τρίτου Μνημόνιου, καθώς το ΔΝΤ μας είχε προειδοποιήσει να μην προχωρήσουμε σε «κούρεμα» και ρύθμιση χρεών) κατάφερε να ενταχθεί στη ρύθμιση σχεδόν το 1/3 από τους πάνω από 1 εκ. πολίτες που πρόλαβαν την ένταξη.


Τ’ απογεύματα συμμετείχα σε επιτροπές για τις συνέπειες των capital controls και τα βράδια τα περνούσαν στα πλατό, σε αναμετρήσεις για το Δημοψήφισμα. Θυμάμαι τους πολίτες που με σταματούσαν στο δρόμο κάθε μεσημέρι, όταν έβγαινα για να φάω κάτι εκεί κοντά: Μέχρι και την Τρίτη υπήρχαν πολλοί αναποφάσιστοι. Την Τετάρτη φάνηκε ν’  αλλάζει το κλίμα και ξανάρχισαν ότι μας έλεγαν προηγουμένως: «Κρατείστε γερά, μην κάνετε πίσω!» Μία μέρα πριν  τη συγκλονιστική κεντρική συγκέντρωση στο Σύνταγμα,  μια γυναίκα φώναξε πίσω από την πλάτη μου «Η Λιβαδειά ψηφίζει όχι!» - και για πρώτη φορά ένιωσα βέβαιη ότι η μάχη έχει κερδηθεί.


Η μάχη του Δημοψηφίσματος υπήρξε η μοναδική μέχρι σήμερα στη σύγχρονη ιστορία του κόσμου εκλογική αναμέτρηση με κλειστές τράπεζες: Όπου και όποτε μια κυβέρνηση κλείνει τις τράπεζες, ο λαός κάνει ντου στις κλειστές πόρτες διεκδικώντας πρόσβαση στις καταθέσεις του. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο λαός ψήφισε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο «Όχι σ’  ένα νέο Μνημόνιο». Πιστεύω ότι το Δημοψήφισμα υπήρξε το σημείο καμπής που θα επέτρεπε το πέρασμα από την «ανάθεση» (σας ψηφίσαμε για να τα καταφέρετε) στη δημιουργία ενός νέου κινήματος, αντίστοιχου των  μεγάλων κοινωνικών αναγκών της εποχής. Μια βδομάδα ωστόσο αργότερα, τη Δευτέρα 13 Ιουλίου νωρίς το πρωί, παρακολούθησα στην τηλεόραση τον Πρωθυπουργό να εξηγεί από το αεροδρόμιο των Βρυξελλών τι είχε υπογράψει: Το τρίτο μνημόνιο. Έγραψα κατευθείαν μια επιστολή παραίτησης και την παρέδωσα στη Γραμματέα του σ’  ένα άδειο ακόμα Μέγαρο Μαξίμου.


Ένα παράθυρο ανοιχτό στην ιστορία είχε κλείσει, και μαζί του μια σύντομη αλλά «φορτωμένη» εποχή ελπίδας – ανεπιστρεπτί;




Κυριακή 26 Ιουνίου 2022

Το όνομα Αυτού...

Σελίδα από το «Έπος του Διγενή Ακρίτα»,

 χειρόγραφο Αθηνών-Άνδρου
Το έπος του Διγενή Ακρίτα θεωρείται το σημείο από το οποίο ξεκινά η Νεοελληνική λογοτεχνία.Η πρώτη ανακάλυψη χειρογράφου στην Τραπεζούντα στη μονή Σουμελά και δημοσίευση του από τον Κων.Σάθα το 1875 ακολουθήθηκε από τη ανακάλυψη πέντε ακόμη Παραλλαγών ,δύο στην Ελλάδα, και από μία σε Ιταλία,Αγγλία,και Ισπανία στο Εσκοριάλ η οποία θεωρείται η πλέον παλαιά και έγκυρη και απ'οτι γνωρίζω η μόνη που κυκλοφορεί στην Ελλάδα.

Ο  εξαιρετικός και βαθύς γνώστης του μεσαιωνικού και βυζαντινού κόσμου Γκυστάβ Σλυμπερζέ (Gustave-Leon Schlumberger) όταν γράφει τα βιβλία του για τον 10ο και 11ο βυζαντινό αιώνα που ονομάστηκαν "Βυζαντινή εποποιία", περίπου  το 1890, γνωρίζει την έκδοση Σάθα η οποία τον εντυπωσίασε ως μνημείο λόγου.

Θεωρεί ότι αυτό το δημώδες έπος δεν μπορεί παρά να έχει ιστορικό έρεισμα και μάλιστα συγκεκριμένο ιστορικό πρόσωπο και συμφωνεί με τους Σάθα-Λεγκράν οι οποίοι υποδεικνύουν ως πραγματικό ιστορικό πρόσωπο του 10ου αιώνα τον ονομαζόμενο Πανθήριο.

Η ταύτιση επιτυγχάνεται αφενός διότι η μητέρα του προέρχεται από τον βυζαντινό οίκο των Δούκα και ο πατέρας του είναι Άραβας έξ έρωτος εκχριστιανισμένος, αφετέρου από δυο ελάχιστες αναφορές στο Ρωσικό χρονικό του Νέστορα και σε αναφορά του Ψελλού.

Η γενικότερη αποσιώπιση από τις πηγές του ηρωικού αυτού προσώπου αποδίδεται στην εμπάθεια του λόγιου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Πορφυρογέννητου επειδή ο Πανθήριος ήταν ευνοούμενος του πεθερού του Ρωμανού Λεκαπηνού και ανιψιός του Κωνσταντίνου Δούκα επίδοξου σφετεριστή του θρόνου του.

Ο Πανθήριος όμως αποκαταστάθηκε και αναγνωρίστηκε από τον  Νικηφόρο Φωκά.

Τις πληροφορίες αυτές βρήκα στο δυσεύρετο έργο του Γκυστάβ Σλυμπερζέ "Ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος Φωκάς" και δεν έχω συναντήσει αλλού ούτε ξέρω αν έχουν αμφισβητηθεί στα 130 χρόνια που ακολούθησαν

Κυριακή 8 Μαΐου 2022

Νίκος Εγγονόπουλος

Πάντα από αναβολή σε αναβολή...πέταξε το πουλί..

Υπενθύμιση λοιπόν της σημαντικής έκθεσης έργων του Νίκου Εγγονόπουλου στο Ίδρυμα Θεοχαράκη στο Σύνταγμα.

“Ο Άι Γιώργης”, 1947

Και επειδή ο Εγγονόπουλος κουβαλάει όλη την ηρωική (και δραματική) παράδοση του Γένους,δεν πρέπει να πάτε αδιάβαστοι και να εκτεθείτε μπροστά στον Κλαδά και τον Μπούα γι'αυτό συνιστούμε να αφήσετε λίγο fb κλπ δίκτυα και να ξεστραβωθείτε διαβάζοντας κάτι σαν αυτό:


Επίσης,η φτώχεια θέλει καλοπέραση και το shopping therapy σας λείπει,αλλά εδώ θα βρείτε τον ωραιότατο κατάλογο με όλα τα έργα,αφίσσες και διάφορα άλλα μπιρμπιτσόλια να σας θυμίζουν ευτυχισμένες μέρες.

Κροκόδειλος Κλαδάς-1983

Η είσοδος είναι ελεύθερη,αλλά αν πάτε Σαβ/κο χρειάζεται να το δηλώσετε ηλεκτρονικά.

Μερκούριος Μπούας-1971

Περισσότερες πληροφορίες ΕΔΩ


Κυριακή 13 Μαρτίου 2022

VERUM AMO VERUM VOLO

 


    Σφραγίδα του Διονυσίου Σολωμού.Φέρει το μονόγραμμα του ποιητή και την επιγραφή «VERUM AMO VERUM VOLO» (Την αλήθεια αγαπώ-Την αλήθεια επιθυμώ) .Επιχρυσωμένο ασήμι. Μουσείο Μπενάκη

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2022

Καμπίνα

  

 …και θα θυμηθούμε ανθρώπους ξεχασμένους που μείνανε για πάντα σ’ένα νυσταγμένο σταθμό ή σ’ένα ανεμοδαρμένο λιμάνικαθώς τους αφήναμε προσπερνώντας, βαριοί από αμαρτίες δικές μας και ξένες…  (7/3/1951)

 


҉

Εγώ δε ζήτησα παραπάνω από μια καμπίνα σ’όλη μου τη ζωή… 

(24/1/1956)

҉

Όποιος δεν φύγει μετανιώνει.

(14/9/1956)


Πέμπτη 23 Δεκεμβρίου 2021

Τὸ Γιαλόξυλο

... Ο κάθε δρόμος βγάζει αργά

μπρος στην δική σου πόρτα..



Ποῦ θραύεται μὲ ἀφροὺς λύσσης τὸ κῦμα, καὶ ὀργώνει τὸ πέλαγος ἄγριος ὁ βορρᾶς; Ἐκεῖ, ὄπισθεν τῆς χαμηλῆς ράχης, ὁποὺ κορυφοῦται εἰς ὑψηλὴν ἀκτὴν πρὸς τὰ βασίλεια τοῦ πόντου, ἁπλώνεται μέγας, ἀχανὴς ὁ κῆπος τοῦ Σαγρῆ τοῦ Γιώργη. Οἱ φράκται του εἶναι ἀπὸ κυδωνιές, εἰς τὴν μίαν πλευράν, ἀπὸ καλαμῶνα καὶ πυκνοὺς θάμνους εἰς τὴν ἄλλην. Ὅλη ἡ ἐργασία τοῦ Γιώργη ἔχει τὴν σφραγῖδα τῆς φιλοκαλίας. Οἱ γείτονές του ὅλοι τὸν ἐζηλοφθονοῦσαν. Αὐτῶν τὰ χωράφια καὶ τὰ ἰδιόκτητα, καὶ ὅσα ὡς κολλῆγαι ἔπαιρναν ὡς μισακά, ποτὲ δὲν ἐκαρποῦσαν. Τοῦ Γιώργη ἀπέδιδαν ἑκατονταπλάσιον καρπόν. Τὴν ἄλλην χρονιὰν ὁ Γιώργης, διὰ νὰ τοὺς εὐχαριστήσῃ, παρῃτεῖτο ἀπὸ τὴν κολληγιάν, καὶ παρέδιδεν εἰς αὐτοὺς τὰ χωράφια. Πλὴν τοῦ κάκου, δὲν ἐκαρποῦσαν. Εἶχε κάποιαν εὐλογίαν ὁ Γιώργης. Ἦτο ἀληθινός, ἀρχαϊκός, λείψανον τοῦ παρελθόντος. Σπάνιον δεῖγμα ἀνθρώπου εἰς τὰς ἡμέρας μας.

Ἀνατολικῶς τοῦ κήπου, ἐσχίζετο ἡ χθαμαλὴ ἀκτὴ πρὸς τὸν αἰγιαλόν, καὶ ἦτο χείμαρρος, καὶ ἦτο χαράδρα, τὴν ὁποίαν εἶχαν σχηματίσει οἱ ὄμβροι ἄνωθεν, καὶ τὰ κύματα τοῦ Γραίου κάτωθεν. Εἰς τὸ μέσον τῆς χαράδρας, ὀλίγας ὀργυιὰς ἀπὸ τὸ κῦμα, ἦτο ἡ βάρκα τοῦ μπαρμπα-Γιώργη, συρμένη ἔξω διαρκῶς. Εἰς τὰ νιᾶτά του, καίτοι χωρικός, ἠγάπα ὁ Σαγρῆς νὰ γιαλεύῃ* ἐνίοτε, καὶ νὰ βγαίνῃ στὸ πυροφάνι τὰς ἀσελήνους νύκτας.

Δίπλα εἰς τὴν βάρκαν τὴν συρμένην ἦτο ἓν γιαλόξυλο, τεράστιον ξύλον, ὅμοιον μὲ κορμὸν γίγαντος, μὲ κολοβὰ ἄκρα χελώνης, χωρὶς βραχίονας καὶ σκέλη.

Πρὸ ἀμνημονεύτων χρόνων εὑρίσκετο ἐδῶ, μισοχωμένο στὴν ἄμμον, τὸ γιαλόξυλο αὐτό. Διὰ νὰ τὸ σηκώσουν ἐχρειάζετο ἡ δύναμις διπλοῦ ζεύγους βοῶν. Καὶ κανεὶς δὲν ἐφρόντισε νὰ τὸ μετακινήσῃ, διότι θὰ ἦτο ἀκριβὸν μετάλλευμα, ἂν ἐπρόκειτο νὰ μετακομισθῇ πρὸς χρῆσιν εἰς τὴν πολίχνην. Ἀπὸ πολλῶν λησμονημένων χρόνων, τὸ βωβὸν ξύλον, διηγεῖτο τὴν ἄφωνον ἱστορίαν του, ἱστορίαν ναυαγίου καὶ φρίκης, ἀπὸ τῆς ἡμέρας καθ’ ἣν ὁ ὑλοτόμος τὸ εἶχε ρίψει μὲ στιβαροὺς κτύπους πελέκεως εἰς τὸ βουνόν, μέχρι τῆς ἡμέρας καθ’ ἥν, ἀφοῦ ὁ ναυπηγὸς τὸ ἐπελέκησε, καὶ τὸ ἐτοποθέτησεν ἐν ἁρμονίᾳ μετ’ ἄλλων ξύλων εἰς τὸ σκάφος, τὸ πλοῖον συνετρίβη εἰς τοὺς ὑπὸ τὸ κῦμα ὑπούλους βράχους, καὶ αὐτὸ ἀποσπασθὲν ἔπλευσεν, ἐβούλιαξε, καὶ ἡ σύρτις τὸ ἔφερε καὶ τὸ ἔρριψεν εἰς τὸν αἰγιαλόν, ὅμοιον μὲ φύλλον φθινοπώρου, βαρὺ φύλλον τῆς αἰωνιότητος ― λευκὴν σελίδα μὲ μυστηριώδη γράμματα, τῆς ἱστορίας τοῦ πόνου…

***

Ὁ Νάσος ὁ Κοψίδας ἦτο τριακοντούτης, μεγαλόσωμος, μὲ ἡλιοκαές, πλατὺ πρόσωπον. Ἦτο γείτων τοῦ Γιώργη τοῦ Σαγρῆ. Ἔσπερνε χωράφια, ἔβοσκε πρόβατα, καὶ προκοπὴν δὲν ἔβλεπεν. Ἔκλεφτε γίδια. Ὀλίγα τινὰ ἕρμαια τοῦ ἐτύχαιναν κάποτε εἰς τὸν ἔρημον ἐκεῖνον αἰγιαλόν. Συντρίμματα ναυαγίων, ὄχι πελώρια, ὅπως τὸ γιαλόξυλον ἐκεῖνο τὸ μοναδικόν, ἔφερνεν ἔξω τὸ κῦμα. Ὄχι σπανίως, κατὰ τὰς φοβερὰς ἐκείνας τρικυμίας τῶν ἀρχῶν τοῦ χειμῶνος, συνέβαινε να ἐκβράσῃ ἡ θάλασσα ζαλισμένους ἀστακούς, κ’ ἕνα πελώριον ὀρφόν, ζωντανὸν καὶ ἀσπαίροντα, δώδεκα ὀκάδων τὸ βάρος. Τοιαῦτα ἦσαν τὰ τυχηρὰ τοῦ Νάσου τοῦ Κοψίδα.

Ποῦ ἡ μακαρία ἐκείνη ἐποχή, ―δὲν ἦσαν πολλὰ χρόνια ἔκτοτε, ἀλλὰ πόσον γρήγορα τὰ παρόντα γίνονται παρελθόντα!― ὁπόταν, εἰς τὸν καιρὸν τοῦ τρύγου, ἀπὸ χρονιὰν εἰς χρονιὰν, ὁ Νάσος ἔκλεφτεν ―ἢ μᾶλλον ἐδανείζετο ἀναρώτα*― τὴν βάρκαν τὴν συρμένην τοῦ καλοῦ γείτονός του, τὴν ἔρριπτε μὲ τοὺς ἡρακλείους βραχίονάς του εἰς τὴν θάλασσαν, τὴν ἐφόρτωνε μὲ πέντε ἢ ἓξ μεγάλες κόφες σταφύλια κλεμμένα, ἔμβαινε κι αὐτὸς μέσα, ἐγύριζε τὴν πλώρην πρὸς τὸ πέλαγος, καὶ κάμνων γουργούλαν* μὲ τὸ κωπίον εἰς τὴν πρύμνην, νύκτα, εἰς τὸν αἰγιαλὸν τοῦ ἀντικρυνοῦ χωρίου, τὴν Πλατάναν, ἐπωλοῦσε τὸ ἐμπόρευμά του εἰς τοὺς πελάτας ποὺ ἤξευρε, (ἦσαν οἰνοποιοί, ἔχοντες τοὺς ληνούς των εἰς τὴν παραθαλασσίαν*, καὶ αὐτὸς τοὺς ἐξύπνα μεσάνυχτα), ἐγύριζεν εἰς τὴν βάρκαν του, καὶ μὲ τὴν γουργούλα πάλιν, εἰς ἑπτὰ μιλίων πλοῦν, νύκτα ἀκόμη, κατέπλεεν εἰς τὴν μικρὰν ἀκτήν, καὶ πάλιν ἔσυρε τὴν βαρκούλαν εἰς τὴν θέσιν της, δίπλα στὸ γιαλόξυλον!…

Τώρα οἱ καιροὶ εἶχον ἀλλάξει πλέον. Κάπως τὸν εἶχον μάθει, καὶ δὲν ἠμποροῦσε πλέον νὰ κάμῃ τέτοια ἀλαφρεμπόρια*. Περίεργον ὅτι καὶ χωρὶς νὰ τὸν ἰδῇ κανείς, φήμη ἀόριστος γεννᾶται, καὶ τὸ πρᾶγμα «μαθεύεται». Ἡ θάλασσα «τὸ λέγει τοῦ κουπιοῦ», καὶ τὸ κουπὶ τὸ λέγει… εἰς ὅλον τὸν κόσμον.

Μίαν τῶν ἡμερῶν, ὁ Γιώργης ὁ Σαγρῆς, θέλων νὰ νουθετήσῃ κάπως τὸν γείτονά του, εἶπε:

—  Κοίταξε καλά, Νάσο· ἡ βάρκα πάλιωσε πλέον· κάνει νερά.

Ὁ Νάσος ἀπήντησε:

—Ἡσύχασε, γείτονα· ξέρω κολύμπι.

Ὁ Γιώργης ἦτο ἑπόμενον ἐκ τῆς κοινῆς φήμης καὶ αὐτὸς νὰ μάθῃ ὅτι ὁ Κοψίδας τοῦ εἶχε κλέψει ἐπανειλημμένως τὴν βάρκαν. Ἀλλ’ ὅμως δὲν ἤθελε νὰ προσβάλῃ ἀποτόμως τὸν Νάσον, ἂν καὶ δι’ αὐτοψίας εἶχε βεβαιωθῆ ὅτι ἡ συρμένη βάρκα εἶχε πλεύσει.

***

Ἂν ἤξευρε καλὸ κολύμπι ὁ Νάσος ὁ Κοψίδας, τὸ ἀπέδειξεν ἐσχάτως, τὸ φθινόπωρον. Εἶχε κλέψει δύο ἢ τρεῖς φορὰς ἐρίφια ἀπὸ τοὺς βοσκοὺς τοῦ βουνοῦ, τοὺς ὁδηγοῦντας κάποτε κάτω εἰς τὸν αἰγιαλὸν τὰ κοπάδια των, διὰ ν’ ἁρμυρίσουν*.

Ἀλλὰ τί νὰ τὰ κάμῃ τὰ κλεμμένα ἐρίφια ὁ Νάσος; Δὲν ἦτο μεγάλη στεριά, ὅπως δυνηθῇ νὰ τὰ κάμῃ ἄφαντα ἐν τῷ ἅμα. Ἀπὸ τὸν ἕνα γιαλὸν τῆς νήσου εἰς τὸν ἄλλον ἦτο μόνον τεσσάρων ὡρῶν δρόμος.

Πρὸς τ’ ἀνατολικὰ τῆς μικρὰς ἀκτῆς, τῆς χαράδρας, ἦτο τὸ Ἀσπρόνησον, βραχῶδες λευκὸν νησίον, ἔρημον καὶ ἄγονον, τὸ ὁποῖον ἀσπρίζει εἰς τὸν ἥλιον ὡς νὰ εἶναι χιονισμένον. Ἐκεῖ εἶν’ αἱ φωλεαὶ τῶν γλάρων καὶ ἄλλων θαλασσίων ὀρνέων, κατὰ καιροὺς δὲ ἔχουν ριγμένα ἐπάνω κουνέλια· ἐνίοτε ἀκούονται αἴγαγροι νὰ βελάζουν θλιβερῶς πρὸς τὸ κῦμα, ὅταν βλέπουν κανένα ψαρὰν μὲ τὴν βάρκαν του νὰ παραπλέῃ. Τὸ νησίον ἀπέχει ἀπὸ τὴν ἀκτὴν ὑπὲρ τὰς ἑκατὸν ὀργυιὰς τόπον.

Ὁ ἄξιος Νάσος, νύκτα καὶ σκότος ἐγυμνώθη, ἐφορτώθη τὰ κατσίκια εἰς τοὺς πλατεῖς ὤμους του, ἀσφαλίσας αὐτὰ διὰ σχοινίου περὶ τὸν τράχηλόν του, ἐρρίφθη εἰς τὸ κῦμα, καὶ κολυμβῶν μὲ ἀπίστευτον τόλμην, ἔφθασεν εἰς τὸ Ἀσπρόνησον. Τὸν ἆθλον τοῦτον φαίνεται ὅτι ἔπραξε δύο ἢ τρεῖς φοράς. Ἐκεῖ ἐνεπιστεύθη τὰ κλεμμένα ἐρίφιά του. Καὶ ἀπὸ τὴν ράχην ἀντικρύ, καθὼς ἔβοσκε καθ’ ἑκάστην τὰ πρόβατά του, τὰ ἐθώπευε μὲ τὸ ὄμμα, καὶ ἠπείλει νὰ πετροβολήσῃ μὲ πελώρια κοτρώνια κάθε ψαρὰν ἢ πορθμέα ὁ ὁποῖος θὰ ἐτολμοῦσε νὰ τοῦ τὰ διαμφισβητήσῃ. Ἦσαν ἰδικόν του θήραμα.

Τέλος, ἦλθαν τὰ Χριστούγεννα, καὶ ὁ Νάσος ἐσκέφθη, ἂν ἔκαμνε νερὰ ἢ ὄχι ἡ συρμένη δίπλα εἰς τὸ γιαλόξυλον παλαιὰ βάρκα τοῦ Σαγρῆ τοῦ γείτονός του, ὅτι ἔπρεπε νὰ τὴν χρησιμοποιήσῃ μίαν φορὰν ἀκόμη.

Καὶ τὴν βαθεῖαν νύκτα, ὅταν τὸ δρέπανον τῆς σελήνης ἦτο εἰς ἀκμὴν* νὰ κρυβῇ ὄπισθεν τῶν δυτικῶν βουνῶν, ἐξέσκαψε γύρω-γύρω τὴν ἄμμον, ἔστησε τὴν μικρὰν σκάφην, καὶ τὴν ἔσπρωξε πρὸς τὴν θάλασσαν. Ἐμβῆκε, καὶ μὲ τὸ μοναδικὸν κωπίον ἐλαύνων ἔφθασεν εἰς τὸ Ἀσπρόνησον. Ἐξησφάλισε τὴν βάρκαν, ἀνέβη εἰς τὴν ἀπότομον ράχην τοῦ νησιοῦ, ἔκραξε τὰ ἐρίφιά του, καὶ τὰ συνέλαβε. Εἶχε ρίψει πέντε ἐπάνω εἰς τὸ ἐρημόνησον. Τὰ τέσσαρα ἔπιασε μὲ τοὺς βραχίονάς του, τὸ ἓν ἔλειπε. Τὸ ἀνεζήτησε, τὸ ἐκάλεσεν· ἀπήντησε μόνη ἡ ἠχὼ τῶν θαλασσίων ἄντρων, καὶ οἱ πτερυγισμοὶ τῶν φευγόντων γλάρων. Τὸ ἐρίφιον δὲν ἐφάνη. Ἢ τὸ εἶχεν ἁρπάσει ὁ θαλασσαετός, ἢ τὸ εἶχαν ξεφαντώσει οἱ θαλασσινοὶ… ἄνθρωποι.

Τέλος, ἐπεβίβασε τὰ τέσσαρα ἐρίφια, καὶ ἀπῆλθε. Εἰς ὀλίγα λεπτὰ θὰ ἔφθανεν εἰς τὴν ἀκτήν.

Πλὴν τότε εἶδεν ὅτι ἡ φελούκα ἔκαμνε νερὰ πράγματι. Εἰς τὸν ἀνάπλουν δὲν τὸ εἶχε ψηφίσει, ἐπειδὴ ἦτο μικρὸν τὸ κακό. Εἰς τὴν σπουδὴν καὶ ἀνυπομονησίαν του, εἶχε ξεχάσει νὰ πάρῃ μαζί του μίαν φλάσκαν ποιμενικήν, διὰ νὰ βγάζῃ τὰ νερά. Πλὴν τώρα, εἶχε παραγίνει. Ἡ φελούκα ἦτον μισοβουλιαγμένη τῷ ὄντι.

Τὰ ἐρίφια ἔπλεον μέσα εἰς τὸ νερόν, καὶ αὐτὸς ἦτον πνιγμένος ὣς τὸ γόνα. Ὁ δρόμος τῆς βάρκας ἐκόπτετο ἀπὸ τὸ βάρος. Ἡ θάλασσα ἤθελε τὸ ἰδικόν της, διεξεδίκει τὸ θῦμά της.

Τέλος, χωρὶς νὰ βουλιάξῃ ὅλως διόλου ἀκόμη, κατώρθωσε νὰ φθάσῃ μέχρι βολῆς λίθου ἀπὸ τῆς ἀκτῆς. Τότε ἀγκάλιασε τὰ τέσσαρα ἐρίφια, ἄφησε τὴν βάρκαν νὰ βουλιάξῃ, κ’ ἐρρίφθη εἰς τὸ κῦμα. Μετὰ μίαν ἢ δύο ὀργυιὰς ἀφοῦ ἔπλευσε, ἐβίασε τὸ φορτίον του νὰ πλέῃ, ἔφθασεν εἰς τὰ ρηχά. Τὰ ἐρίφια ἐβέλαζον θλιβερῶς. Ἦτο εὐτυχὴς διότι δὲν ἐβιάσθη νὰ κάμῃ ἀβαρίαν.

Ἀπὸ τὴν ἄμμον τοῦ αἰγιαλοῦ, τὸν ἐχαιρέτισε μὲ εἰρωνείαν ἡ φωνὴ τοῦ Γιώργη τοῦ Σαγρῆ:

—  Δὲ σοῦ εἶπα, Νάσο, πὼς ἡ βάρκα ἔκανε νερά;

Ὁ Νάσος, μισοπνιγμένος, ἀποστάζων ἀφροὺς καὶ ἅρμην, σφίγγων μὲ τὰς χεῖρας τὰ τέσσαρα ἐρίφια, ἀπήντησε:

—   Δὲν ἔπαθε τίποτα ἡ βάρκα Γιῶργο, τὸ πρωὶ τὴν ξεβουλιοῦμε… Νὰ γλυτώσουμε πρῶτα τὰ ζωντανά, ἡ μέρα πού ᾽ναι αὔριο.

Ἐξημέρωνε Χριστούγεννα.

(1905)

Σημ.-Οι στίχοι στην αρχή είναι του Γιάννη Ρίτσου

-Το διήγημα αυτό του Παπαδιαμάντη είναι από τα πλέον πρόσφατα που ανακαλύφθηκαν και ταυτοποιήθηκαν. Πρόκειται μάλλον για ημιτελές. Όμως όπως τα αποσπάσματα του Ηράκλειτου ή του Σολωμού έτσι κι αυτό έχει μια αφανή σχεδόν μυστική πληρότητα.