Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χρονικά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 8 Σεπτεμβρίου 2024

Τα παλληκάρια τα καλά σύντροφοι τα σκοτώνουν

 Γι'αυτό ο Κασσελάκης είναι παλληκάρι.

Η παγίδα ήταν στημένη από την αρχή.Από τους "Μέντορες" του.Ο Αφελής.

Ήθελαν πρώτα να διώξουν τα άλλα καθίκια και να περάσουν τον κάβο των ευρωεκλογών.

Μετά ο Τσίπρας με τον Πολάκη θα χτυπούσαν από μπροστά και ο Παππάς από πίσω κρυμμένος στη κουφάλα της ΜΥΣΤΙΚΗΣ ΨΗΦΟΦΟΡΊΑΣ που ΔΕΝ ξανάγινε. 




Τρίτη 5 Δεκεμβρίου 2023

Λέει πολλά...

 Τέμπη: Εξαίρεση της Ζωής Κωνσταντοπούλου από την εξεταστική

"Υπέρ της εξαίρεσης της κ. Κωνσταντοπούλου τάχθηκαν οι βουλευτές της ΝΔ και του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ" .



Συγκέντρωση διαμαρτυρίας στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα οργανώνει ο Σύλλογος Πληγέντων Δυστυχήματος Τεμπών την Τρίτη 12 Δεκεμβρίου και ώρα 17:30 εμπρός από το κοινοβούλιο και καλεί τα μέλη, τους φίλους και όλους τους πολίτες που θέλουν να συμπαρασταθούν, στη συγκέντρωση ενάντια “στην απαξίωση που υφίσταται, εδώ και εννέα μήνες, το στυγερό έγκλημα της δολοφονίας των Τεμπών, από όλους τους φορείς”.

Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση του Συλλόγου “στο τόσο αυταπόδεικτο έγκλημα, στο τόσο ομολογημένο έγκλημα, η απαξίωση του συμβάντος που συγκλόνισε την Ελλάδα και των ποινικών ευθυνών που παραμένουν ακόμα χαμηλά και σε κατηγορητήριο και σε πρόσωπα, σημαίνει ένα πράγμα: ΣΥΓΚΑΛΗΨΗ.

..... 

Αναφερόμενοι στην Επιτροπή Διερεύνησης του δυστυχήματος τονίζεται πως: “Θεωρούμε ότι με όσα διαδραματίζονται ενώπιον της συγκεκριμένης Επιτροπής, με κύρια ευθύνη του ορισθέντος Προέδρου γελοιοποιείται η διερεύνηση του πλέον πολύνεκρου κρατικού εγκλήματος που συνέβη στην χώρα τουλάχιστον μεταπολιτευτικά, ευτελίζονται οι κοινοβουλευτικοί θεσμοί, λοιδορείται η μνήμη των νεκρών και όλα αυτά σε καθεστώς πλήρους αδιαφορίας για το πένθος μας.

Όλα όσα συμβαίνουν δίνουν την εικόνα ότι οι βουλευτές της πλειοψηφίας που μετέχουν στην ως άνω επιτροπή δεν έχουν περισσότερη αίσθηση ευθύνης από απρόθυμους πρωταγωνιστές σε μια κακοστημένη παράσταση με προαποφασισμένο οικτρό περιεχόμενο και έκβαση, που απλώς πρέπει να παιχθεί”. 


Τρίτη 5 Ιουλίου 2022

Στην εποχή της απάτης και της αυταπάτης-Μαρτυρίες

Για όσους ψηφίζουν νομίζοντας ότι στο υποτελές προτεκτοράτο υπάρχει "Δημοκρατία".

 Από http://www.nadiavalavani.gr/2022/06/28062022.html


Αθήνα, 28.06.2022




ΑΠΟ ΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΙΚΗ ΑΡΓΙΑ ΣΤΟ ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ: OTAN AKOMA ΥΠΗΡΧΕ ΕΛΠΙΔΑ


                                                                της Νάντιας Βαλαβάνη


Παρασκευή, 26 Ιουνίου, στις 9 το βράδυ βρεθήκαμε στο Μαξίμου για ενημέρωση του Κυβερνητικού Συμβούλιου – δεν ήμουν μέλος, με καλούσαν για θέματα οικονομίας. Περίμενα να εμφανιστεί ο Βούτσης, που εκείνη τη βδομάδα είχε την ευθύνη της κυβέρνησης, καθώς ο Πρωθυπουργός έλειπε στο εξωτερικό - επιχειρώντας να κλείσει, μαζί με τον Υπουργό Οικονομικών και σύμφωνα με τη βασική μας δέσμευση, τον «έντιμο συμβιβασμό που θα τερμάτιζε τα μνημόνια»: Οι «θεσμοί» υποτίθεται ότι είχαν κάνει καταρχήν δεκτό το κείμενο προτάσεων που είχαμε παραδώσει το Σαββατοκύριακο. Εμφανίστηκε ωστόσο ο Α.Τσίπρας, έχοντας επιστρέψει αιφνιδιαστικά: Το σχέδιο είχε απορριφθεί μετ’  επαίνων και ο Πρόεδρος της ΕΕ παρέδωσε - πρώτη φορά από την έναρξη των διαπραγματεύσεων – ένα δικό τους σχέδιο, αδιαπραγμάτευτο, με μορφή τελεσίγραφου. Ο Τσίπρας μας είπε ότι ο ίδιος δε μπορούσε να πάρει την ευθύνη απόρριψης ή αποδοχής του, θα έπρεπε γι’  αυτό ν’  αποφασίσει ο λαός μέσω διενέργειας δημοψηφίσματος μέσα σε εννιά μέρες. Κάποιοι ομιλητές (Δραγασάκης, Σταθάκης) προσπάθησαν να τον αποτρέψουν, οι υπόλοιποι απ’  όσους πήραμε το λόγο συμφωνήσαμε μαζί του. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα είχε κληθεί σε συνεδρίαση – που δεν έγινε - το Υπουργικό Συμβούλιο: Ενημερώθηκαν χωρίς συζήτηση, ενώ είχαμε αρχίσει να υπογράφουμε το Διάταγμα για το Δημοψήφισμα. Συνεργείο της ΕΡΤ βιντεοσκοπούσε ήδη στο διάδρομο το πρωθυπουργικό διάγγελμα.


Κυριακάτικα μάθαμε για τον υπουργό Οικονομικών, που θα παραβρισκόταν στη σαββατιάτικη συνεδρίαση του Eurogroup για την Ελλάδα: Δεν τον άφησαν να μιλήσει, τον πέταξαν έξω.


Μεταξύ 2012-2014, χάρη στη μνημονιακή συγκρότηση της ΓΓΔΕ με «διοικητική και οικονομική αυτοδυναμία», ολόκληρος ο μηχανισμός φορολογίας είχε  «αποχωρήσει» από τον αρμόδιο υπουργό. Τον μηχανισμό του ΥπΟικ ως προς τη φορολογία αποτελούσαν έτσι πλέον όλοι-όλοι δυο συνεργάτες, πέντε μετακλητοί, ένας πάρεδρος του Νομικού Συμβούλιου του Κράτους και καμιά δεκαριά δημόσιοι υπάλληλοι, που είχα αποσπάσει από ΣΔΟΕ, ΔΟΥ και τελωνεία.


Ευτυχής συγκυρία; Ελάχιστες μέρες πριν τα είχαμε «ξαναβρεί» με την Διοικήτρια της ΓΓΔΕ Κ.Σαββαίδου: Στα συν, η συνεργασία μαζί της και με το βασικό προσωπικό των επιτελικών τμημάτων της ΓΓΔΕ, ανθρώπων με ουσιαστικά προσόντα και ικανότητες, μέσα από την οποία προέκυψε ο νόμος για «κούρεμα» και ρύθμιση των χρεών προς το Δημόσιο έως 100 δόσεις, που «γράφτηκε» απ’  αυτούς μετά από δύο αξέχαστες 8ωρες συνεδριάσεις μαζί μου και με τον Κώστα Παπαδιγενόπουλο – όπως μου είπαν, ήταν η πρώτη φορά που υπουργός τους ζητούσε να διατυπώσουν ένα νόμο, καθώς τα φορολογικά νομοσχέδια έρχονταν έτοιμα και στ’  αγγλικά, από μεγάλα νομικά γραφεία του εξωτερικού και της Αθήνας. Στα μείον, ότι τους δυο τελευταίους μήνες είχαμε κόψει οποιαδήποτε επαφή και λύναμε τις εκκρεμότητες μέσω  τρίτων.


Μέχρι τότε το ΥπΟικ δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τις τράπεζες: Αποτελούσαν αποκλειστικό αντικείμενο του Αντιπροέδρου της κυβέρνησης, Γ.Δραγασάκη. Ωστόσο εκείνη την Κυριακή, 28 Ιουνίου στο διάδρομο έξω απ’  το γραφείο μου εμφανίστηκε συνεργάτης του Αντιπροέδρου και με ενημέρωσε στα όρθια, μπροστά σε όλους τους παρόντες, ότι η ΕΚΤ είχε αποφασίσει να μην αυξήσει (αντίθετα με ότι είχε κάνει πολλές φορές στο παρελθόν με τις μνημονιακές κυβερνήσεις) το όριο του ELA, που εξασφάλιζε τη ρευστότητα των τραπεζών από το 2010. Προκειμένου να προλάβει ένα bank run, η κυβέρνηση θα προχωρούσε αναγκαστικά σε τραπεζική αργία τουλάχιστον για καμιά βδομάδα  (κράτησε παρακάτι τρεις), capital controls και περιορισμό του όριου ημερήσιων αναλήψεων από ΑΤΜ. Με ενημέρωσε επίσης ότι από το βράδυ θα συμμετείχα σε μια επιτροπή, θεσμοποιημένη στο πλαίσιο των μνημονίων, αλλά ασυγκρότητη, παρακολούθησης των τραπεζών σε καθεστώς capital controls.


Το απόγευμα συμμετείχα με τον Μάρδα σε πλατιά σύσκεψη στο γραφείο του Βαρουφάκη για να εντοπίσουμε τα χειρότερα σημεία της κατάστασης και το βράδυ βρέθηκα μαζί με όλους τους τραπεζίτες της χώρας, συμπεριλαμβανομένου του Στουρνάρα, στην «πρώτη» της νέας επιτροπής. Επικρατούσε σχετική κατήφεια. Θυμάμαι ότι αναστοχαζόμουνα ειρωνικά το δίλημμα στους στίχους του Μπρεχτ στο δεύτερο, το απαγορευμένο από τον Κουρτ Βάιλ, φινάλε της «Όπερας της πεντάρας» για το αν είναι μεγαλύτερο έγκλημα η ληστεία ή η ίδρυση μιας τράπεζας...


Η βδομάδα που ακολούθησε ήταν σουρεαλιστική. Ξεκινούσε πρωί-πρωί περνώντας, καθοδόν προς το υπουργείο λίγα νούμερα παρακάτω, μπροστά από την ουρά στο ΑΤΜ της «Εθνικής», γωνία Καραγεώργη Σερβίας. Συνεχιζόταν με καθημερινή συνεργασία με τη Σαββαϊδου για να εξασφαλιστούν τα φορολογικά έσοδα και η απρόσκοπτη ένταξη στις 100 δόσεις με κλειστές τράπεζες. Το σημαντικότερο από τα μέτρα που συμφωνήσαμε και υπέγραψα ήταν η κατάργηση του όριου των 200 ευρώ μετρητά σε ΔΟΥ και τελωνεία: Στις ΔΟΥ τα μετρητά ανέβηκαν αν θυμάμαι καλά στα 9.000 ευρώ, στα Τελωνεία στα 900.000 τη μέρα – για να μπορούν οι εταιρείες να εκτελωνίζουν τα καύσιμα του 24ωρου. Στις τρεις βδομάδες των κλειστών τραπεζών, σε ΔΟΥ και τελωνεία συγκεντρώνονταν τεράστιες ποσότητες μετρητών – ευτυχώς το ήξεραν ελάχιστοι. Τηλεφώνησα στον Αρχηγό της ΕΛΑΣ και ζήτησα αστυνομική φρούρηση των ΔΟΥ στη Αττική. Σήκωσε τα χέρια, συμβιβαστήκαμε να περνάει περιπολικό απ’ έξω μερικές φορές τη μέρα. Εφοριακοί μου διηγούνταν ιστορίες θρίλερ για τελωνεία σε Αττική και Θεσσαλονίκη, πώς υπάλληλοι εταιρειών καυσίμων περίμεναν να πέσει το σκοτάδι για να εμφανιστούν στην είσοδο τους σέρνοντας μαύρες σακκούλες σκουπιδιών γεμάτες με εκατοντάδες χιλιάδες ευρώ. Σ΄ αυτές τις συνθήκες, στις δυο βδομάδες που ακολούθησαν μέχρι τις 15 Ιουλίου (οπότε και δεν ανανεώθηκε ξανά η ισχύς του νόμου για τις 100 δόσεις – προαπαιτούμενο του Τρίτου Μνημόνιου, καθώς το ΔΝΤ μας είχε προειδοποιήσει να μην προχωρήσουμε σε «κούρεμα» και ρύθμιση χρεών) κατάφερε να ενταχθεί στη ρύθμιση σχεδόν το 1/3 από τους πάνω από 1 εκ. πολίτες που πρόλαβαν την ένταξη.


Τ’ απογεύματα συμμετείχα σε επιτροπές για τις συνέπειες των capital controls και τα βράδια τα περνούσαν στα πλατό, σε αναμετρήσεις για το Δημοψήφισμα. Θυμάμαι τους πολίτες που με σταματούσαν στο δρόμο κάθε μεσημέρι, όταν έβγαινα για να φάω κάτι εκεί κοντά: Μέχρι και την Τρίτη υπήρχαν πολλοί αναποφάσιστοι. Την Τετάρτη φάνηκε ν’  αλλάζει το κλίμα και ξανάρχισαν ότι μας έλεγαν προηγουμένως: «Κρατείστε γερά, μην κάνετε πίσω!» Μία μέρα πριν  τη συγκλονιστική κεντρική συγκέντρωση στο Σύνταγμα,  μια γυναίκα φώναξε πίσω από την πλάτη μου «Η Λιβαδειά ψηφίζει όχι!» - και για πρώτη φορά ένιωσα βέβαιη ότι η μάχη έχει κερδηθεί.


Η μάχη του Δημοψηφίσματος υπήρξε η μοναδική μέχρι σήμερα στη σύγχρονη ιστορία του κόσμου εκλογική αναμέτρηση με κλειστές τράπεζες: Όπου και όποτε μια κυβέρνηση κλείνει τις τράπεζες, ο λαός κάνει ντου στις κλειστές πόρτες διεκδικώντας πρόσβαση στις καταθέσεις του. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ο λαός ψήφισε με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο «Όχι σ’  ένα νέο Μνημόνιο». Πιστεύω ότι το Δημοψήφισμα υπήρξε το σημείο καμπής που θα επέτρεπε το πέρασμα από την «ανάθεση» (σας ψηφίσαμε για να τα καταφέρετε) στη δημιουργία ενός νέου κινήματος, αντίστοιχου των  μεγάλων κοινωνικών αναγκών της εποχής. Μια βδομάδα ωστόσο αργότερα, τη Δευτέρα 13 Ιουλίου νωρίς το πρωί, παρακολούθησα στην τηλεόραση τον Πρωθυπουργό να εξηγεί από το αεροδρόμιο των Βρυξελλών τι είχε υπογράψει: Το τρίτο μνημόνιο. Έγραψα κατευθείαν μια επιστολή παραίτησης και την παρέδωσα στη Γραμματέα του σ’  ένα άδειο ακόμα Μέγαρο Μαξίμου.


Ένα παράθυρο ανοιχτό στην ιστορία είχε κλείσει, και μαζί του μια σύντομη αλλά «φορτωμένη» εποχή ελπίδας – ανεπιστρεπτί;




Κυριακή 8 Μαΐου 2022

Νίκος Εγγονόπουλος

Πάντα από αναβολή σε αναβολή...πέταξε το πουλί..

Υπενθύμιση λοιπόν της σημαντικής έκθεσης έργων του Νίκου Εγγονόπουλου στο Ίδρυμα Θεοχαράκη στο Σύνταγμα.

“Ο Άι Γιώργης”, 1947

Και επειδή ο Εγγονόπουλος κουβαλάει όλη την ηρωική (και δραματική) παράδοση του Γένους,δεν πρέπει να πάτε αδιάβαστοι και να εκτεθείτε μπροστά στον Κλαδά και τον Μπούα γι'αυτό συνιστούμε να αφήσετε λίγο fb κλπ δίκτυα και να ξεστραβωθείτε διαβάζοντας κάτι σαν αυτό:


Επίσης,η φτώχεια θέλει καλοπέραση και το shopping therapy σας λείπει,αλλά εδώ θα βρείτε τον ωραιότατο κατάλογο με όλα τα έργα,αφίσσες και διάφορα άλλα μπιρμπιτσόλια να σας θυμίζουν ευτυχισμένες μέρες.

Κροκόδειλος Κλαδάς-1983

Η είσοδος είναι ελεύθερη,αλλά αν πάτε Σαβ/κο χρειάζεται να το δηλώσετε ηλεκτρονικά.

Μερκούριος Μπούας-1971

Περισσότερες πληροφορίες ΕΔΩ


Τετάρτη 18 Αυγούστου 2021

Δι'ευχών...

 από harddog-sport

Περί ευχών, γενικώς...

 Πριν από μερικά χρόνια κάποιος φωστήρας συνέλαβε και εισήγαγε, και οι λοιποί φωστήρες (μικροί-μεγάλοι) συνέβαλαν στην καθιέρωσή του, το «καλησπέρα» από τις 12:01. Ακόμη και αν έχεις ξυπνήσει στη μία, ακόμη και ανο ήλιος βαράει κατακέφαλα, ακόμη και αν τους απαντάς... καλημέρα, απτόητοι οι καλησπεριτζήδες. Προφανώς, έψαξαν στο λεξικό λήμμα «σπέρα», δεν μπόρεσαν να το βρουν και ποιος ξέρει τι νομίζουν τόσα χρόνια...  

Μετά πλάκωσαν κάτι γκαρσόνες - φοιτητριούλες (προφανώς, κατόπιν έμπνευσης κάποιου πιονέρου μαγαζάτορα), οι οποίες μαζί με το κλαμπ σάντουιτς ή τον καφέ σού σέρβιραν κι ένα «καλή απόλαυση». Και μια χαρτοπετσέτα να ζητούσες, αν δεν έστριβε ο άλλος... «καλή απόλαυση». Ευτυχώς, πάντως, υπήρξε σοβαρή αντίσταση από σερβιτόρες/ους, που χρησιμοποιούν κυρίως το «στην υγειά σας» και το «καλή όρεξη».

Ύστερα μας κατέκλυσε το «καλή συνέχεια». Είτε είσαι για δουλειά στο γραφείο, είτε ετοιμάζεσαι να πας να μαζέψεις ελιές στην Άμφισσα, είτε ξύνεις τ' αχαμνά σου σκοπεύοντας να τα... ματώσεις μέχρι τ' άγρια μεσάνυχτα, βαριέσαι να μετράς τα «καλή συνέχεια». Για να είμαι ειλικρινής, το έχω ψιλοκολλήσει κι εγώ...

Έπειτα ήρθε η πανδημία και το «καλή ανοσία», που μαζί με το(ν) ήδη εδραιωμένο «καλό παράδεισο» (άμα δεν έχει πιάσει η ευχή της ανοσίας, αλλά και σε κάθε περίπτωση θανάτου...) ανέβασαν τις ευχές σε άλλο επίπεδο, ενώ πλέον σε μέρες σαν η σημερινή έχουμε και πολλή «Καλή Παναγιά». Που παλιότερα -κάτι θυμόμαστε κι εμείς που κουβαλάμε κάμποσους Δεκαπενταύγουστους στην πλάτη μας- φοριόταν ελάχιστα έως καθόλου και αν φοριόταν ήταν μόνο σε συγκεκριμένους κύκλους ανθρώπων και συγκεκριμένες περιοχές. Σίγουρα δεν ήταν τόσο διαδεδομένη ευχή όσο σήμερα. 

Αλλά πόση «Καλή Παναγιά» ακόμη; Από βδομάδα θ' αρχίσουν να σκάνε τα πρώτα «καλό χειμώνα»...

Νίκος Σαρίδης απο fb

Πέμπτη 22 Ιουλίου 2021

Απόψεις και κατόψεις



  • Και μόνο που βλέπεις και ακούς τους αρνητές εμβολιασμού, σου έρχεται η διάθεση να ξανα- εμβολιαστείς.


  • Στα ψιλά διαβάζω ότι 74χρονΗ στραγγάλισε τον 80χρονO σύζυγο της σε κάποιο διαμέρισμα σε κάποια λαϊκή συνοικία της Αθήνας.Τα social media δεν καταδέχονται να ασχοληθούν με το θέμα.Το ασυνείδητο και η υστερία των μικροαστών ηθικολόγων απαιτεί φαντασιώσεις Νιότης,σεξ,και χρήματος.Άντε και παιδάκια για το μελό και τη φιλανθρωπία.


  • Αδικημένοι αριστούχοι και αδικημένοι υποψήφιοι φοιτητοσπουδαστές.Ίσως περιοριστεί η παραγωγή πτυχιούχου όχλου.Θα παράγεται σκέτος όχλος χωρίς τη βούλα.


  • Η ΑΔΕΔΥ και υπάλληλοι του ΕΦΚΑ προσφεύγουν στο ΣτΕ για να μην ασχοληθούν με έκδοση συντάξεων ιδιώτες και επικαλούνται το ΣΥΝΤΑΓΜΑ.11 χρόνια μνημόνια,το δημοψήφισμα του '15 δε τους ανησύχησαν, τώρα που θα χαλάσει η μπίσνα θυμηθήκανε το -ανύπαρκτο-Σύνταγμα.


  • Το 230% του ΑΕΠ δηλ. 380 δις έφτασε το δημόσιο χρέος 31/3/21 και καλπάζει για τα 400.Ρίξε τσιγγάνα τα χαρτιά και πες μου τι σου λένε...



Δευτέρα 5 Ιουλίου 2021

Τα παθήματα και τα μαθήματα

 Απαγορεύονται βέβαια οι αναφορές και η μνήμη. Απαγορεύονται και λέξεις όπως "μνημόνια", "δημοψήφισμα", "προδοσία" κ.α.

Σήμερα λοιπόν αγαπητά μου παιδιά ΕΟΡΤΑΖΟΥΜΕ τη σωτηρία της πατρίδας μας από τον πολυχρονεμένο μας και ευλογημένο από τον Πάπα ,αλλά και μεγάλο ριζοσπάστη Τσίπρα.Περισσότερα εδώ

Όμως φαίνεται ότι οι πολιτικάντηδες δεν διδάχτηκαν από την αποτυχία της τότε τρομοπροπαγάνδας με αποτέλεσμα να κάνουν και τώρα το ίδιο λάθος με τους ανεμβολίαστους για να τους κάνουν να εμβολιαστούν.

Τα βοθροκάναλα και ο Γεωργιάδης -αν είχαν διδαχθεί-θα έπρεπε να τσιρίζουν και να απειλούν για ΝΑ ΑΠΟΤΡΕΨΟΥΝ το κόσμο να εμβολιαστεί. Έτσι ο κόσμος θα έτρεχε να εμβολιαστεί. Τόσο απλό.  

Σάββατο 1 Μαΐου 2021

Ἐξοχικὴ Λαμπρή

 Καλὰ τὸ ἔλεγεν ὁ μπαρμπα-Μηλιός, ὅτι τὸ ἔτος ἐκεῖνο ἐκινδύνευον νὰ μείνουν οἱ ἄνθρωποι οἱ χριστιανοί, οἱ ξωμερίτες*, τὴν ἡμέραν τοῦ Πάσχα, ἀλειτούργητοι. Καὶ οὐδέποτε πρόρρησις ἔφθασε τόσον ἐγγὺς νὰ πληρωθῇ, ὅσον αὐτή· διότι δὶς ἐκινδύνευσε νὰ ἐπαληθεύσῃ, ἀλλ᾽ εὐτυχῶς ὁ Θεὸς ἔδωκε καλὴν φώτισιν εἰς τοὺς ἁρμοδίους καὶ οἱ πτωχοὶ χωρικοί, οἱ γεωργοποιμένες τοῦ μέρους ἐκείνου, ἠξιώθησαν καὶ αὐτοὶ νὰ ἀκούσωσι τὸν καλὸν λόγον* καὶ νὰ φάγωσι καὶ αὐτοὶ τὸ κόκκινο αὐγό.

Ὅλα αὐτὰ διότι τὸ μὲν ταχύπλουν, αὐτὸ τὸ προκομμένον πλοῖον, τὸ ὁποῖον ἐκτελεῖ δῆθεν τὴν συγκοινωνίαν μεταξὺ τῶν ἀτυχῶν νήσων καὶ τῆς ἀπέναντι ἀξένου ἀκτῆς, σχεδὸν τακτικῶς δὶς τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ τὶς δύο ἀλλαξοκαιριές, τὸ φθινόπωρον καὶ τὸ ἔαρ, βυθίζεται, καὶ συνήθως χάνεται αὔτανδρον· εἶτα γίνεται νέα δημοπρασία, καὶ εὑρίσκεται τολμητίας τις πτωχὸς κυβερνήτης, ὅστις δὲν σωφρονίζεται ἀπὸ τὸ πάθημα τοῦ προκατόχου του, ἀναλαμβάνων ἑκάστοτε τὸ κινδυνωδέστατον ἔργον· καὶ τὴν φορὰν ταύτην, τὸ ταχύπλουν, λήγοντος τοῦ Μαρτίου, τοῦ ἀποχαιρετισμοῦ τοῦ χειμῶνος γενομένου, εἶχε βυθισθῆ· ὁ δὲ παπα-Βαγγέλης, ὁ ἐφημέριος ἅμα καὶ ἡγούμενος καὶ μόνος ἀδελφὸς τοῦ μονυδρίου τοῦ Ἁγίου Ἀθανασίου, ἔχων κατ᾽ εὔνοιαν τοῦ ἐπισκόπου καὶ τὸ ἀξίωμα τοῦ ἐξάρχου καὶ πνευματικοῦ τῶν ἀπέναντι χωρίων, καίτοι γέρων ἤδη, ἔπλεε τετράκις τοῦ ἔτους, ἤτοι κατὰ πᾶσαν τεσσαρακοστήν, εἰς τὰς ἀντικρὺ ἐκτεινομένας ἀκτάς, ὅπως ἐξομολογήσῃ καὶ καταρτίσῃ πνευματικῶς τοὺς δυστυχεῖς ἐκείνους δουλοπαροίκους, τοὺς «κουκκουβίνους ἢ κουκκοσκιάχτες»*, ὅπως τοὺς ὠνόμαζον, σπεύδων, κατὰ τὴν Μ. Τεσσαρακοστήν, νὰ ἐπιστρέψῃ ἐγκαίρως εἰς τὴν μονήν του ὅπως ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα· ἀλλὰ κατ᾽ ἐκεῖνο τὸ ἔτος, τὸ ταχύπλουν εἶχε βυθισθῆ, ὡς εἴπομεν, ἡ συγκοινωνία ἐκόπη ἐπί τινας ἡμέρας, καὶ οὕτως ὁ παπα-Βαγγέλης ἔμεινεν ἀκουσίως, ἠναγκασμένος νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα πέραν τῆς πολυκυμάντου καὶ βορειοπλήκτου θαλάσσης, τὸ δὲ μικρὸν ποίμνιόν του, οἱ γείτονες τοῦ Ἁγ. Ἀθανασίου, οἱ χωρικοὶ τῶν Καλυβιῶν, ἐκινδύνευον νὰ μείνωσιν ἀλειτούργητοι.


Τινὲς εἶπον γνώμην νὰ παραλάβωσι τὰς γυναῖκας καὶ τὰ τέκνα των καὶ νὰ κατέλθωσιν εἰς τὴν πολίχνην, ὅπως ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν καὶ λειτουργηθῶσιν· ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Μηλιός, ὅστις ἔκαμνε τὸν προεστὸν εἰς τὰ Καλύβια, καὶ ἤθελε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα ὅπως αὐτὸς ἐνόει, ὁ Φταμηνίτης, ὅστις δὲν ἤθελε νὰ ἐκθέσῃ τὴν γυναῖκά του εἰς τὰ ὄμματα τοῦ πλήθους, καὶ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης, χωρικὸς ὅστις «τὰ ἤξευρεν ἀπ᾽ ἔξω ὅλα τὰ γράμματα τῆς Λαμπρῆς», ἀλλὰ δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀναγνώσῃ τίποτε «ἀπὸ μέσα», καὶ ἐπεθύμει νὰ ψάλῃ τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε», ― οἱ τρεῖς οὗτοι ἐπέμειναν, καὶ πολλοὶ ἠσπάσθησαν τὴν γνώμην των, ὅτι ἔπρεπεν ἐκ παντὸς τρόπου νὰ πείσωσιν ἕνα τῶν ἐν τῇ πόλει ἐφημερίων ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια νὰ τοὺς λειτουργήσῃ.

Ὁ καταλληλότερος δέ, κατὰ τὴν γνώμην πάντων, ἱερεὺς τῆς πόλεως, ἦτο ὁ παπα-Κυριάκος, ὅστις δὲν ἦτο «ἀπὸ μεγάλο τζάκι», εἶχε μάλιστα καὶ συγγένειαν μέ τινας τῶν ἐξωμεριτῶν, καὶ τοὺς κατεδέχετο. Ἦτο ὀλίγον τσάμης, καθὼς ἔλεγαν. Δὲν ἔτρεφε προλήψεις. Ἠκούετο μάλιστα ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, ὅτι ὁ ἱερεὺς οὗτος εἶχε καὶ τὴν συνήθειαν «ν᾽ ἀποσώνῃ* τὰ παιδιὰ» εἰς τοὺς κόλπους τῶν μητέρων, τῶν ἐνοριτισσῶν του. Ἀλλὰ τοῦτο τὸ ἔλεγον οἱ ἀστεῖοι ἢ οἱ φθονεροί, καὶ μόνον οἱ ἀνόητοι τὸ ἐπίστευον. Ὁ ἐφημέριος οὗτος, ὡς οἱ πλεῖστοι τοῦ γνησίου ἑλληνικοῦ κλήρου, πλὴν μικροῦ ἐλευθεριασμοῦ, ἦτο κατὰ τὰ ἄλλα ἄμεμπτος.

Τοῦτο ναί, ἀληθεύει, ἀλλ᾽ οἱ ἔγγαμοι ἱερεῖς, πενόμενοι καὶ δυσπραγοῦντες, ἐπιτακτικὴν ἔχοντες ἀνάγκην νὰ θρέψωσι τὰ τέκνα των, φαίνονται ὡς πλεονέκται, καὶ καταντῶσι νὰ μὴ τρέφωσι πλέον ἐμπιστοσύνην οὐδ᾽ εἰς αὐτοὺς τοὺς συλλειτουργούς των. Τοῦτο ἔπασχε καὶ ὁ παπα-Κυριάκος, ὅστις ἐπεθύμει μὲν νὰ ὑπάγῃ νὰ κάμῃ Ἀνάστασιν εἰς τοὺς χωρικούς, διότι ἦτο ἀνοιχτόκαρδος καὶ ἤθελε νὰ χαρῇ καὶ αὐτὸς ὀλίγην Ἀνάστασιν καὶ ὀλίγην ἄνοιξιν, ἀλλ᾽ ἐδυσπίστει εἰς τὸν συνεφημέριόν του, καὶ ἔπειτα δὲν ἤθελε νὰ ἀφήσῃ τὴν ἐνορίαν μὲ ἕνα μόνον ἱερέα τοιαύτην ἡμέραν. Ἀλλ᾽ αὐτὸς ὁ παπα-Θεοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ συνεφημέριός του, τὸν παρεκίνησε νὰ ὑπάγῃ, εἰπὼν ὅτι καλὸν ἦτο νὰ μὴ χάσωσι καὶ τὸ εἰσόδημα τῶν Καλυβιῶν, αἰνιττόμενος ὅτι τά τε ἐκ τοῦ ἐνοριακοῦ ναοῦ ἔσοδα καὶ τὰ τῆς ἐξοχικῆς παροικίας, ἀμφότερα ἐξ ἴσου θὰ τὰ ἐμοιράζοντο.

Τοῦτο δὲν ἔπεισε τὸν παπα-Κυριάκον, τῷ ἐνέπνευσε μάλιστα πλείονας ὑποψίας· ἀλλ᾽ ὅτε ἠρώτησε τὴν γνώμην τοῦ συλλειτουργοῦ του, ἦτο ἤδη κατὰ τὰ ἐννέα δέκατα ἀποφασισμένος νὰ ὑπάγῃ· ἔπειτα ὑπεχρέωσε τὸν υἱόν του Ζάχον, μορφάζοντα καὶ μεμψιμοιροῦντα, νὰ παραμείνῃ ἐν τῷ ἐνοριακῷ ναῷ κατάσκοπος εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα, νὰ παραλάβῃ τὸ μερίδιον τῶν προσφορῶν καὶ συλλειτουργικῶν, καὶ μόνον μετὰ τὴν ἀπόλυσιν τῆς λειτουργίας, ὅτε θὰ ἀνέτελλεν ἤδη ἡ ἡμέρα, ν᾽ ἀνέλθῃ εἰς τὰ Καλύβια παρ᾽ αὐτῷ.

*  *  *

Ἡ Πούλια ἦτο ἤδη ὑψηλά, «τέσσαρες ὧρες νὰ φέξῃ», καὶ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης, ἀφοῦ ἐξύπνισε τὸν ἱερέα, κατασκευάσας πρόχειρον σήμαντρον ἐκ στερεοῦ ξύλου καρυᾶς καὶ πλῆκτρον, περιήρχετο τὰ Καλύβια θορυβωδῶς κρούων ὅπως ἐξεγείρῃ τοὺς χωρικούς.

Εἰσῆλθον εἰς τὸ μικρὸν ἐξωκκλήσιον τοῦ Ἁγ. Δημητρίου. Εἷς μετὰ τὸν ἄλλον προσήρχοντο οἱ χωρικοὶ μὲ τὰς χωρικάς των καὶ μὲ τὰ καλά των ἐνδύματα.

Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν εὐλογητόν.

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ τὰ λέγῃ ὅλα ἀπ᾽ ἔξω, τὴν προκαταρκτικὴν προσευχὴν καὶ τὸν Κανόνα, τὸ Κύματι θαλάσσης.

Ὁ παπα-Κυριάκος προέκυψεν εἰς τὰ βημόθυρα, ψάλλων τὸ Δεῦτε λάβετε φῶς.

Ἤναψαν τὰς λαμπάδας κ᾽ ἐξῆλθον ὅλοι εἰς τὸ ὕπαιθρον ν᾽ ἀκούσωσι τὴν Ἀνάστασιν. Γλυκεῖαν καὶ κατανυκτικὴν Ἀνάστασιν ἐν μέσῳ τῶν ἀνθούντων δένδρων, 〈τῶν〉 ὑπὸ ἐλαφρᾶς αὔρας σειομένων εὐωδῶν θάμνων, καὶ τῶν λευκῶν ἀνθέων τῆς ἀγραμπελιᾶς, «neige odorante du printemps»*.

Ψαλέντος τοῦ Χριστὸς ἀνέστη, εἰσῆλθον πάντες εἰς τὸν ναόν. Θὰ ἦσαν τὸ πολὺ ἑβδομήκοντα ἄνθρωποι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παῖδες.

Ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸν Κανόνα τοῦ Πάσχα, ὁ δὲ ἱερεύς, ἅμα ἀντιψάλλων αὐτῷ ἐξ ἀνάγκης ἀπὸ τοῦ ἱεροῦ βήματος, ἡτοιμάζετο «νὰ πάρῃ καιρόν»*, καὶ ἀφοῦ τελέσῃ τὸν ἀσπασμόν, νὰ ἔμβῃ εἰς τὴν λειτουργίαν.

Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, εἰσῆλθεν ἢ μᾶλλον εἰσώρμησεν εἰς τὸ ναΐδιον, ἀκολουθούμενος ὑπὸ δύο ἄλλων ὁμηλίκων του, δωδεκαέτης περίπου παῖς, ὑψηλὸς ὡς πρὸς τὴν ἡλικίαν του, ἀσθμαίνων καὶ ἐν ἐξάψει. Ἦτο ὁ Ζάχος, ὁ υἱὸς τοῦ παπα-Κυριάκου.

Εἰσέβαλε πνευστιῶν εἰς τὸ ἱερὸν βῆμα καὶ ἤρχισε νὰ ὁμιλῇ πρὸς τὸν ἱερέα. Ἡ φωνή του ἠκούετο ἀπὸ τοῦ χοροῦ, ἀλλ᾽ αἱ λέξεις δὲν διεκρίνοντο.

Ἰδοὺ τί ἔλεγεν ἐν τούτοις·

―  Παπά, παπά!…

(Τὰ παπαδόπουλα ἐκάλουν συνήθως παπὰ τὸν πατέρα των.)

―  Παπά, παπά!… ὁ παπα-Σφοντύλας… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… ἀπ᾽ τ᾽ ἁι-βῆμα ἡ πεθερά του… κ᾽ ἡ παπαδιά… κουβαλοῦν… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… τοὺς εἶδα… ἀπ᾽ τὴν ὀξώπορτα… τὶς λειτουργιές… ἀπ᾽ τ᾽ ἁι-βῆμα… κ᾽ ἡ πεθερά του… κ᾽ ἡ παπαδιά…

Μόνος ὁ παπα-Κυριάκος ἦτο ἱκανὸς νὰ βγάλῃ νόημα ἀπὸ τὰ ἀσυνάρτητα ταῦτα καὶ ἀσθματικὰ τοῦ υἱοῦ του. Ἰδοὺ δὲ πῶς ἐξήγησε τὰ λεγόμενα· «Ὁ παπα-Θοδωρὴς ὁ Σφοντύλας, ὁ σύντροφός του εἰς τὴν ἐνορίαν, ἔκλεπτε τὰς προσφοράς, μεταβιβάζων αὐτὰς διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἱεροῦ βήματος εἰς χεῖρας τῆς συζύγου καὶ τῆς πενθερᾶς του».

Ἴσως τὸ πρᾶγμα δὲν θὰ ἦτο τόσον ἀληθές, ὅσον ὁ Ζάχος ἤθελε νὰ τὸ παραστήσῃ. Διότι οὗτος, ἀγαπῶν ὡς ὅλοι οἱ νέοι τὴν ἐξοχὴν καὶ τὴν διασκέδασιν, μετὰ δυσκολίας εἶχεν ὑπακούσει εἰς τὸ πατρικὸν κέλευσμα, ὅπως μείνῃ εἰς τὴν πόλιν, καὶ ἀφορμὴν θὰ ἐζήτει διὰ νὰ τὸ στρίψῃ καὶ μεταβῇ εἰς νυκτερινὴν ἐκδρομὴν εἰς τὰ Καλύβια, ἀφοῦ μάλιστα εὐκόλως εὕρισκε συνοδοιπόρους ὁμήλικας.


Ἀλλ᾽ ὁ παπα-Κυριάκος δὲν ἐσυλλογίσθη τίποτε. Ἐξήφθη ἀμέσως, ἠγανάκτησε, δὲν ἐκρατήθη. Ἥμαρτεν. Ἀντὶ δὲ νὰ καταφέρῃ σφοδρὸν ράπισμα κατὰ τῆς παρειᾶς τοῦ υἱοῦ του, καὶ νὰ ἐξακολουθήσῃ ἥσυχος τὸ καθῆκον του… ἀπέβαλεν εὐθὺς τὸ ἐπιτραχήλιον, ἐξεδύθη τὸ φαιλόνιον, καὶ διασχίσας τὸν ναὸν ἐξῆλθεν, ἀποφεύγων τὸ βλέμμα τῆς πρεσβυτέρας του, ἥτις τὸν ἔβλεπεν ἔντρομος.

Ἀλλ᾽ ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς κάτι ὑπώπτευσεν ἐκ τῶν κινημάτων τούτων, καὶ ἐξῆλθε κατόπιν του.

Εἰς πεντήκοντα δὲ βημάτων ἀπόστασιν ἀπὸ τοῦ ναοῦ, μεταξὺ τριῶν δένδρων καὶ δύο φρακτῶν, ὁ ἑπόμενος διάλογος συνήφθη·

―  Παπά, παπά, ποῦ πᾷς;

―  Θὰ ᾽ρθῶ βλογημένε, τώρα, ἀμέσως πίσω.

Δὲν ἤξευρε τί νὰ εἴπῃ. Ἀλλὰ τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι εἶχεν ἀπόφασιν νὰ καταβῇ εἰς τὴν πόλιν καὶ ζητήσῃ λόγον διὰ τὴν κλοπὴν ἀπὸ τὸν συνεφημέριόν του! Εἰς τὸ βάθος δὲ τῆς συνειδήσεώς του ἔλεγεν ὅτι εἶχε καιρὸν νὰ ἐπιστρέψῃ πρὸ τῆς ἀνατολῆς τοῦ ἡλίου, καὶ τελέσῃ τὴν λειτουργίαν.

―  Ποῦ πᾷς; ἐπέμενεν ὁ μπαρμπα-Μηλιός.

―῍Ας διαβάζῃ ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης τὰς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, κ᾽ ἔφθασα.

Ἐλησμόνει ὅτι ὁ μπάρμπ᾽ Ἀναγνώστης δὲν ἠδύνατο ν᾽ ἀναγνώσῃ ἄλλα ἢ ὅσα ἀπὸ στήθους ἐγνώριζεν.

― Ἀφήνω καὶ τὴν παπαδιά μου, ἐδῶ, βλογημένε, ἐπανέλαβεν ὁ παπα-Κυριάκος, ἀμηχανῶν τί νὰ εἴπῃ· σᾶς ἀφήνω τὴν παπαδιά μου!

Καὶ λέγων ἔτρεχεν.

Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς ἐπανῆλθε κατηφὴς ἐντὸς τοῦ ναοῦ.

―  Καλὰ τὸ ἔλεγα ἐγώ, ἐψιθύρισε.

*  *  *

Μεγίστη ἀπορία ἐπεκράτει ἐν τῷ παρεκκλησίῳ. Οἱ χωρικοὶ ἐκοίταζον ἐρωτηματικῶς ἀλλήλους. Ψιθυρισμοὶ ἠκούοντο.

Αἱ γυναῖκες ἠρώτων τὴν παπαδιὰ νὰ εἴπῃ αὐταῖς τί τρέχει· ἀλλ᾽ αὕτη ἦτο ἡ ὀλιγώτερον πάντων τῶν ἄλλων γνωρίζουσα.

Ἐν τούτοις ὁ ἱερεὺς ἔτρεχεν, ἔτρεχεν. Ὁ ψυχρὸς ἀὴρ ἐδρόσισεν ὀλίγον τὸ μέτωπόν του.

―  Καὶ πῶς νὰ θρέψω ἐγὼ τόσα παιδιά, ἔλεγεν, ὀκτώ, μὲ συμπάθειο, κ᾽ ἡ παπαδιὰ ἐννιά, κ᾽ ἐγὼ δέκα! Ὁ ἕνας νὰ σὲ κλέφτῃ ἀπ᾽ ἐδῶ, κι ὁ ἄλλος ἀπ᾽ ἐκεῖ!…

Πεντακόσια βήματα ἀπὸ τοῦ ναοῦ, ὁ δρόμος ἐκατηφόριζε, καὶ κατήρχετό τις εἰς ὡραίαν κοιλάδα. Εἷς νερόμυλος εὑρίσκετο ἐπὶ τῆς κλιτύος ἐκείνης, παρὰ τὴν ὁδόν.

Ἀκούσας ὁ ἱερεὺς τὸν ἡδὺν μορμυρισμὸν τοῦ ρύακος, αἰσθανθεὶς ἐπὶ τοῦ προσώπου του τὴν δρόσον, ἐλησμόνησεν ὅτι εἶχε νὰ λειτουργήσῃ (πῶς καὶ ποῦ νὰ λειτουργήσῃ;) καὶ ἔκυψε νὰ πίῃ ὕδωρ. Ἀλλὰ τὸ χεῖλός του δὲν εἶχε βραχῆ ἀκόμη, καὶ αἴφνης ἐνθυμήθη, ἀνένηψεν.

―Ἐγὼ ἔχω νὰ λειτουργήσω, εἶπε, καὶ πίνω νερό;…

Καὶ δὲν ἔπιε.

Τότε ἦλθεν εἰς αἴσθησιν.

―  Τί κάμνω ἐγώ, εἶπε, ποῦ πάω;

Καὶ ποιήσας τὸ σημεῖον τοῦ σταυροῦ·

―Ἥμαρτον, Κύριε, εἶπεν, ἥμαρτον! μὴ μὲ συνερισθῇς.

Ἐπανέλαβε δέ:

―Ἐὰν ἐκεῖνος ἔκλεψεν, ὁ Θεὸς ἂς τὸν… συγχωρήσῃ… κ᾽ ἐκεῖνον κ᾽ ἐμέ. Ἐγὼ πρέπει νὰ κάμω τὸ χρέος μου.

ᾘσθάνθη δάκρυ βρέχον τὴν παρειάν του.

―Ὦ Κύριε, εἶπεν ὁλοψύχως, ἥμαρτον, ἥμαρτον! Σὺ παρεδόθης διὰ τὰς ἁμαρτίας μας, καὶ ἡμεῖς σὲ σταυρώνομεν κάθε μέρα.

Καὶ ἐστράφη πρὸς τὸν ἀνήφορον, σπεύδων νὰ ἐπανέλθῃ εἰς τὸ παρεκκλήσιον, ὅπως λειτουργήσῃ.

―  Καὶ ἤθελα νὰ πιῶ καὶ νερό, εἶπε, δὲν εἶμαι ἄξιος νὰ λειτουργήσω. Ἀλλὰ πῶς νὰ κάμω; Δὲν πρέπει νὰ μεταλάβω! Θὰ λειτουργήσω χωρὶς μετάληψιν, δὲν εἶμαι ἄξιος!… «Δεῦτε τοῦ καινοῦ τῆς ἀμπέλου γεννήματος!…» Ἐγὼ ἄξιος δὲν εἶμαι!

Καὶ ἐπέστρεψεν εἰς τὸν ναόν, ὅπου μετ᾽ ἀγαλλιάσεως οἱ χωρικοὶ τὸν εἶδον.

Ἐτέλεσε τὴν ἱερὰν μυσταγωγίαν, καὶ μετέδωκεν εἰς τοὺς πιστούς, φροντίσας νὰ καταλύσῃ διὰ στόματος αὐτῶν ὅλον τὸ ἅγιον ποτήριον. Αὐτὸς δὲν ἐκοινώνησεν, ἐπιφυλαττόμενος νὰ τὸ εἴπῃ εἰς τὸν πνευματικόν, καὶ πρόθυμος νὰ δεχθῇ τὸν κανόνα.

*  *  *

Περὶ τὴν μεσημβρίαν, μετὰ τὴν Β´ Ἀνάστασιν, οἱ χωρικοὶ τὸ ἔστρωσαν ὑπὸ τὰς πλατάνους, παρὰ τὴν δροσερὰν πηγήν.

Ὡς τάπητας εἶχον τὴν χλόην καὶ τὰ χαμολούλουδα, ὡς τράπεζαν πτέριδας καὶ κλάδους σχοίνων.

Ἡ δροσερὰ αὔρα ἐκίνει μετὰ θροῦ τοὺς κλῶνας τῶν δένδρων, καὶ ὁ Φταμηνίτης μὲ τὴν λύραν του ἀντέδιδε φθόγγους λιγυρούς.

Ἡ ὡραία Ξανθή, ἡ σύζυγος τοῦ Φταμηνίτου, ἐκάθητο μεταξὺ τῆς μητρός της Μελάχρως καὶ τῆς θεια-Κρατήρας, τῆς πενθερᾶς της, φροντίζουσα νὰ ἔχῃ ἐν μέρει τὰς παρειὰς κεκαλυμμένας μὲ τὴν μανδήλαν, καὶ νὰ βλέπῃ μᾶλλον πρὸς τὸν κορμὸν τῆς γιγαντιαίας πλατάνου, ὅπως μὴ τὴν κοιτάζωσιν οἱ ἄνδρες, καὶ ζηλεύῃ ὁ σύζυγός της.

Ἡ ἀδελφή της, τὸ Ἀθώ, δεκαπεντοῦτις κόρη ἄγαμος, ἄφροντις, ὡραία καὶ αὐτή, ποσάκις δὲν τὴν ἐπείραζε λέγουσα· «Ἀρή, τί τὸν ἤθελες, ἀρή; Δὲν τὸν ἔπαιρνα, νὰ μοῦ χαρίζανε τὸν οὐρανὸ μὲ τ᾽ ἄστρα… Καλύτερα νὰ γινόμουν καλόγρια!»

Τὸ βέβαιον ἦτο ὅτι ὁ Φταμηνίτης δὲν διέπρεπεν οὔτ᾽ ἐπὶ κάλλει οὔτε ἐπὶ μεγέθει σώματος, ἀλλ᾽ ἀνεπλήρου τὰς ἐλλείψεις ταύτας δι᾽ εὐστροφίας σώματος καὶ πνεύματος καὶ διὰ φαιδρότητος καὶ εὐθυμίας.

Ὁ παπα-Κυριάκος προήδρευε τοῦ συμποσίου, ἔχων ἀπέναντί του τὴν παπαδιά, βραχύσωμον, στρογγυλοπρόσωπον, μελαγχροινήν, ἀγαθωτάτην, ἥτις ἐν ἀθῳότητι ἐξεκόλαπτε σχεδὸν κατ᾽ ἔτος ἓν παπαδόπουλον, χωρὶς νὰ τὴν μέλῃ οὔτε διὰ παλληκαροβότανα, οὔτε διὰ στριφοβότανα, περὶ ἃ τυρβάζουσιν ἄλλαι γυναῖκες.

Δεξιόθεν τοῦ ἱερέως ἐκάθητο ὁ μπαρμπα-Μηλιός, προεστὼς ἅμα καὶ πρόθυμος θεράπων τῆς κοινότητος, ἠξεύρων νὰ ψήνῃ ὡς οὐδεὶς ἄλλος τὸ ἀρνί, λιανίζων μεθοδικώτατα δι᾽ ὅλους, καὶ τρώγων ἅμα καὶ προπίνων.

Εἰς τὰς προπόσεις μάλιστα δὲν εἶχεν ἐφάμιλλον. Μετὰ τὴν σύντομον καὶ τυπικὴν τοῦ ἱερέως πρόποσιν, ἐγερθεὶς ὁ μπαρμπα-Μηλιός, κρατῶν τὴν τσότραν τὴν ἑπταόκαδον, ἤρχισε νὰ χαιρετίζῃ τοὺς πάντας καὶ ἕνα ἕκαστον ὡς ἑξῆς·

―  Χριστὸς Ἀνέστη! ἀληθινὸς ὁ Κύριος! Ζῇ καὶ βασιλεύει εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας!

Εἶτα μετὰ τὸ προοίμιον, εἰσῆλθεν εἰς τὴν οὐσίαν·

―  Γειά μας! καλὴ γειά! διάφορο! καλὴ καρδιά! Παπά μ᾽, νὰ χαίρεσαι τὸ πετραχήλι σ᾽! Παπαδιά, νὰ χαίρεσαι τὸν παπά σ᾽ καὶ τὰ παιδάκια σ᾽! Ξάδερφε Θοδωρή! νὰ ζήσῃς, νὰ τς χαίρεσαι! Κουμπάρε Παναγιώτη! ὅπως ἔτρεξες μὲ τὸ λάδ᾽ νὰ τρέξῃς καὶ μὲ τὸ κλῆμα! Συμπεθέρα Κρατήρα! Νὰ χαίρεσαι, μ᾽ ἕναν καλὸν γαμπρό! Ἀνιψιὲ Γιώργη! Τίμια στέφανα! στὸ γάμο σας νὰ χαροῦμε. Κουμπάρα Κυπαρισσού! μὲ μιὰ καλὴ νύφη, νὰ ζήσῃς, νὰ χαρῇς! ἐβίβα ὅλοι! Τέ-περ-τε*! Πάντα χαρούμενοι! Στὴν ὑγειά σας! Σμπεθέρα Ξαθή! καλὴ λευθεριά! Στὴν ὑγειά σας! Πάντα χαρούμενοι! Πάντα μὲ τὸ καλό!

Καὶ ἀνάλογος πρὸς τὸ πρόσωπον ὑπῆρξεν ἡ πόσις.

Ἀλλὰ καὶ ὁ Φταμηνίτης ἠθέλησε νὰ προπίῃ, κατ᾽ ἄλλον ὅμως στενώτερον τρόπον· ἠθέλησε νὰ βρῇ τὴν γυναῖκά του, καὶ ἠνάγκασεν αὐτὴν ν᾽ ἀπαντήσῃ εἰς τὴν πρόποσιν·

―  Μπρόμ!

―  Πιὲ κὶ δό μ᾽!

―  Μὲ κρασί!

―  Καλῶς τ᾽ν ἀγάπη μ᾽ τὴ χρυσῆ!

Καὶ πιὼν αὐτός, μετεβίβασε τὴν τσότραν εἰς τὴν ὡραίαν Ξανθήν, ἥτις ἔβρεξε τὰ χείλη.

Εἶτα ἤρχισαν τὰ ᾄσματα. Ἐν πρώτοις τὸ Χριστὸς ἀνέστη, ὕστερον τὰ θύραθεν. Ὁ μπαρμπα-Μηλιὸς θελήσας νὰ ψάλῃ καὶ αὐτὸς τὸ Χριστὸς ἀνέστη, τὸ ἐγύριζε πότε εἰς τὸν ἀμανὲ καὶ πότε εἰς τὸ κλέφτικο.

Ἀλλ᾽ ὁ ἰδιορρυθμότερος πάντων τῶν ψαλτῶν ἦτο ὁ μπαρμπα-Κίτσος, γηραιὸς χωροφύλαξ, Χειμαρριώτης, παλαιὸς ταχτικός, λησμονημένος ἀπὸ τῆς βαυαρικῆς ἐποχῆς ἐν τῇ νήσῳ. Ἀμφέβαλλε καὶ αὐτὸς ἂν τὸν εἶχαν περασμένον εἰς τὰ μητρῷα, πότε τοῦ ἔστελναν μισθόν, πότε ὄχι. Ἐφόρει χιτῶνα μὲ ἀνοικτὰς χειρῖδας, βραχεῖαν περισκελίδα μέχρι τοῦ γόνατος καὶ τουζλούκια*. Ὁ δήμαρχος τοῦ τόπου (διότι ὑπῆρχε φεῦ! καὶ δήμαρχος) τὸν εἶχε στείλει νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τὰ Καλύβια, διὰ νὰ φυλάξῃ δῆθεν τὴν τάξιν, καίτοι οὐδεμιᾶς φυλάξεως ἦτο ἀνάγκη. Τὸ βέβαιον εἶναι ὅτι τὸν ἔστειλε νὰ καλοπεράσῃ πλησίον τῶν ἀνοιχτοκάρδων ἐξωμεριτῶν, οἵτινες τοῦ ἤρεσκον τοῦ μπαρμπα-Κίτσου, ἂς τοὺς ἔλεγον καὶ «τσουπλακιὲς»* ἢ «χαλκοδέρες»*. Ἐὰν ἔμενεν ἐν τῇ πόλει, ὁ δήμαρχος θὰ ἦτο ὑπόχρεως νὰ τὸν φιλεύσῃ τὸν μπαρμπα-Κίτσον, καθὼς τὸν εἶχαν κακομάθει οἱ προκάτοχοί του, ἔλεγε, ― νὰ τὸν φιλεύσῃ κουλούραν καὶ αὐγά. Τί ἔθιμα!…

Ὁ μπαρμπα-Κίτσος, ἀφοῦ ἠσπάσθη τρὶς ἢ τετράκις τὴν τσότραν, ἤρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη κατ᾽ ἰδιάζοντα αὐτῷ τρόπον, ὡς ἑξῆς·

Κ᾽στὸ - μπρὲ - Κ᾽στὸς ἀνέστη
ἐκ νεκρῶν θ α ν ά τ ω ν,
θάνατον μ π α τ ή σ α ς,
κ᾽ ἔ ν τ ο ι ς - ἔ ν τ ο ι ς μνήμασι,
ζωὴν π α μ μ α κ ά ρ ι σ τ ε!

Καὶ ὅμως, μεθ᾽ ὅλην τὴν ἰδιορρυθμίαν ταύτην, οὐδείς ποτε ἔψαλεν ἱερὸν ᾆσμα μετὰ πλείονος χριστιανικοῦ αἰσθήματος καὶ ἐνθουσιασμοῦ, ἐξαιρουμένου ἴσως τοῦ γνωστοῦ ἐν Ἀθήναις γηραιοῦ καὶ σεβασμίου Κρητός, τοῦ ψάλλοντος τὸ Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν μὲ τὴν ἑξῆς προσθήκην· «Ἄλαλα τὰ χείλη τῶν ἀσεβῶν τῶν μὴ προσκυνούντων, οἱ κερατάδες! τὴν εἰκόνα σου τὴν σεπτήν…»

Ἀληθεῖς ὀρθόδοξοι Ἕλληνες!

*  *  *

Περὶ τὴν δείλην εἶχεν ἀρχίσει ὁ χορός, χορὸς κλέφτικος (διότι αἱ γυναῖκες ἐπεφυλάττοντο διὰ τὴν Δευτέραν καὶ τὴν Τρίτην ὅπως χορεύσωσι τὸν συρτὸν καὶ τὴν καμάρα), καὶ ὁ παπα-Κυριάκος, μετὰ τῆς παπαδιᾶς καὶ τοῦ Ζάχου, ὅστις ἐγλύτωσε τὸ ξύλο χάριν τῆς ἡμέρας (διότι ὁ πατήρ του εἶχε θυμώσει εἶτα κατ᾽ αὐτοῦ, ὡς γενομένου αἰτίου τῆς χασμωδίας ἐκείνης), ἀποχαιρετίσαντες τὴν συντροφιάν, κατῆλθον εἰς τὴν πολίχνην.

Ὁ παπα-Κυριάκος ἔδωκε πλῆρες εἰς τὸν συνεφημέριόν του τὸ ἀπὸ τῆς ἐξοχῆς μερίδιον, καὶ οὔτε κατεδέχθη νὰ κάμῃ λόγον περὶ τῆς ὑποτιθεμένης κλοπῆς.

Ἐν τούτοις ὁ παπα-Θοδωρὴς οἴκοθεν τῷ εἶπεν ὅτι τὸ ἐκ τῆς ἐνορίας μερίδιόν του εὑρίσκετο ἐν τῇ οἰκίᾳ αὐτοῦ, τοῦ παπα-Θοδωρῆ. Ἔκρινε καλόν, εἶπε, νὰ μετακομίσῃ διὰ τῆς ἐξωθύρας τοῦ ἁγ. βήματος οἴκαδε καὶ τὰ δύο μερίδια, διὰ νὰ μὴ βλέπουν τινὲς τῶν ἄγαν ἐπιπολαίων καὶ γλωσσαλγῶσιν ὅτι οἱ ἱερεῖς ἔχουν δῆθεν πολλὰ εἰσοδήματα. «Ὁ κόσμος ξιππάζεται, εἶπεν, ἅμα μᾶς ἰδῇ μιὰ καλὴ μέρα νὰ πάρουμε τίποτε λειτουργιές, καὶ δὲν συλλογίζεται πόσες ἑβδομάδες καὶ μῆνες παρέρχονται ἄγονοι!»

Ἐντεῦθεν ἡ παρανόησις τοῦ Ζάχου.

(1890)