Δευτέρα, 13 Οκτωβρίου 2014

Συγγραφικά ήθη

από EX-LIBRIS

Συγγραφικά ήθη

Κά­θε φθι­νό­πω­ρο και ά­νοι­ξη οι εκ­δό­τες κοι­νο­ποιούν μέ­σω του Τύ­που τους και­νού­ριους τίτ­λους των βι­βλίων, που θα εκ­δώ­σουν το αρ­γό­τε­ρο μέ­χρι τα Χρι­στού­γεν­να για να προ­λά­βουν τα δώ­ρα των ε­ορ­τών και α­ντι­στοί­χως, μέ­χρι τον Ιού­λιο για τις α­γο­ρές των κα­λο­και­ρι­νών δια­κο­πών. Σε αυ­τούς τους κα­τα­λό­γους, υ­περ­τε­ρεί μεν στα­θε­ρά το με­τα­φρα­σμέ­νο μυ­θι­στό­ρη­μα, αλ­λά και η γη­γε­νής πε­ζο­γρα­φία κερ­δί­ζει συ­νε­χώς έ­δα­φος. Εφέ­τος τον Σε­πτέμ­βριο, μά­λι­στα, η σο­δειά του ελ­λη­νι­κού μυ­θι­στο­ρή­μα­τος α­ναγ­γέλ­θη­κε αυ­ξη­μέ­νη με­τά την κάμ­ψη, που έ­φε­ρε η οι­κο­νο­μι­κή κρί­ση. Στα σχε­τι­κά ρε­πορ­τάζ των ε­φη­με­ρί­δων, α­να­κοι­νώ­θη­καν προ­σώ­ρας 32 τίτ­λοι, ό­που δεν συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νο­νται οι πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νοι. Αυ­τοί οι τε­λευ­ταίοι, λό­γω του εν­δια­φέ­ρο­ντος που προ­κα­λούν, κα­θιε­ρώ­θη­κε να ο­μα­δο­ποιού­νται και να προ­βάλ­λο­νται ε­πι­λε­κτι­κά σε χω­ρι­στά ρε­πορ­τάζ. Σε μία πρώ­τη ε­ξά­δα, που πα­ρου­σιά­στη­κε, πε­ριέρ­γως συ­μπε­ρι­λή­φθη­κε και ο Χει­μαρ­ριώ­της Χρή­στος Αρμάν­δος Γκέ­ζος, που εί­χε εκ­δώ­σει το πρώ­το βι­βλίο του το 2012, μία ποιη­τι­κή συλ­λο­γή που τι­μή­θη­κε με το κρα­τι­κό βρα­βείο για πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νους. Το να θεω­ρεί­ται ως πρώ­τη εμ­φά­νι­ση το πρώ­το πε­ζο­γρα­φι­κό βι­βλίο συ­νι­στά μία α­κό­μη έν­δει­ξη της κυ­ριαρ­χίας της πε­ζο­γρα­φίας ε­πί της ποίη­σης, πέ­ραν α­πό την συ­νή­θη α­που­σία των ποιη­τι­κών βι­βλίων α­πό τα ρε­πορ­τάζ για τις νέες εκ­δό­σεις. 

Αλλά ας πα­ρα­μεί­νου­με στους 32 νέ­ους τίτ­λους της ελ­λη­νι­κής πε­ζο­γρα­φίας και την έκ­πλη­ξη που μας προ­κά­λε­σαν. Όχι αυ­τοί α­κρι­βώς οι τίτ­λοι, ού­τε η ε­πι­κρά­τη­ση του μυ­θι­στο­ρή­μα­τος έ­να­ντι μό­λις έ­ξι συλ­λο­γών διη­γή­μα­τος, αλ­λά οι συγ­γρα­φείς των βι­βλίων. Μεί­να­με με την αί­σθη­ση ό­τι ή­ταν προ­χτές που δια­βά­σα­με φρε­σκο­τυ­πω­μέ­νο βι­βλίο τους. Στα ρε­πορ­τά­ζ, ό­μως, δεν υ­πήρ­χε κα­μία α­να­φο­ρά σχε­τι­κή με τους συγ­γρα­φι­κούς και εκ­δο­τι­κούς χρό­νους. Ενώ, σχο­λιά­στη­καν οι με­τα­στε­γά­σεις σε άλ­λο εκ­δό­τη, πα­ρό­τι τε­λι­κά το μό­νο που αυ­τές δεί­χνουν εί­ναι την α­δη­μο­νία των συγ­γρα­φέων για την έκ­δο­ση βι­βλίου. Όσο για την πυ­κνή εκ­δο­τι­κή πα­ρου­σία, αυ­τή ε­πι­κρο­τεί­ται, κα­λο­δε­χού­με­νη α­πό ό­λους σαν ευοίω­νο ση­μείο α­νά­καμ­ψης. Τε­λι­κά, ό­μως, σε ποιο βαθ­μό έ­χουν οι συγ­γρα­φείς πυ­κνώ­σει τις εκ­δό­σεις τους; Για­τί η μνή­μη πα­ρα­σύ­ρε­ται κα­μιά φο­ρά α­πό τις ε­ντυ­πώ­σεις που α­φή­νει έ­να βι­βλίο. Υπάρ­χουν βι­βλία που τα θυ­μά­σαι χρό­νια και άλ­λα που έ­χεις δυ­σκο­λία να α­να­κα­λέ­σεις α­κό­μη και μέ­σες ά­κρες το θέ­μα τους την ε­πο­μέ­νη της α­νά­γνω­σης. Μία σύ­ντο­μη α­να­ζή­τη­ση μας έ­δω­σε τα ε­ξής: Μέ­σα στο 2014, τρεις συγ­γρα­φείς έ­χουν ή­δη εκ­δώ­σει μυ­θι­στο­ρή­μα­τα και με μυ­θι­στό­ρη­μα ε­πα­νέρ­χο­νται (Β. Ρα­πτό­που­λος, Γ.-Ι. Μπα­μπα­σά­κης, Α. Κορ­τώ). Το 2013, ε­ξέ­δω­σαν βι­βλίο ο­κτώ (Μ. Κου­μα­ντα­ρέ­ας, Α. Κυ­ρια­κί­δης, Μ. Μο­δι­νός, Α. Στα­μά­της, Λ. Χρη­στί­δης, Ν. Μά­ντης, Δ. Πο­τα­μιά­νος και ο πε­ρυ­σι­νός πρω­το­εμ­φα­νι­ζό­με­νος Γιάν­νης Πλιά­γκος). Το 2012, εν­νέα (Δ. Χα­ρι­τό­που­λος, Δ. Πε­τσε­τί­δης, Ν. Ανα­στα­σέα, Μ. Μαρ­κό­που­λος, Χ. Χρυ­σό­που­λος, Ε. Μπο­γιά­νου, Ε. Σουρ­λέ­γκα, Α. Νι­κο­λής, Δ. Μα­ρί­νος). Το 2011, έ­ξι (Σ. Δη­μη­τρίου, Λ. Πα­πα­στά­θης, Η. Πα­πα­μό­σχος, Α. Σμυρ­λή, Ι. Μπου­ρα­ζο­πού­λου, Γ. Μη­τάς). Το 2010, τρεις (Σ. Κα­ρυ­δά­κης, Μ. Γε­νά­ρης, Χ. Οι­κο­νό­μου). Το 2008, δυο (Τ. Αβέ­ρω­φ, Μ. Μή­τσο­ρα). Το 2004, έ­νας (Χ. Βού­που­ρας). 
Όπως φαί­νε­ται, δεν πρό­κει­ται για μνη­μο­νι­κή α­πά­τη. Πράγ­μα­τι, οι  ρυθ­μοί συγ­γρα­φής α­πο­βαί­νουν α­ξιο­θαύ­μα­στοι. Το 62,5% του φε­τι­νού δείγ­μα­τος εκ­δί­δει βι­βλίο σε α­πό­στα­ση μι­κρό­τε­ρη της διε­τίας, ε­νώ το 34,4% κα­τορ­θώ­νει την ε­τή­σια έκ­δο­ση βι­βλίου. Ίσως, αυ­τή η κά­ψα να εί­ναι έ­νας λό­γος για τις με­τα­στε­γά­σεις που α­να­κοι­νώ­θη­καν. Μη βρί­σκο­ντας έ­ναν α­ντί­στοι­χα εν­θου­σιώ­δη εκ­δό­τη, ο συγ­γρα­φέ­ας χτυ­πά­ει άλ­λη πόρ­τα, ει δυ­να­τόν  και με­γα­λύ­τε­ρη. Ιδιαί­τε­ρα για τους βρα­βευ­θέ­ντες, η αύ­ρα μιας πρό­σφα­της διά­κρι­σης α­νοί­γει εύ­κο­λα πόρ­τες. Τρεις α­πό τους βρα­βευ­θέ­ντες για το προ­η­γού­με­νο βι­βλίο τους, του 2012, ε­πα­νέρ­χο­νται, με τον Μά­ντη, που α­πέ­σπα­σε βρα­βείο μυ­θι­στο­ρή­μα­τος, να πα­ρου­σιά­ζει και­νού­ριο μυ­θι­στό­ρη­μα. Αυ­τός ο τε­λευ­ταίος συ­νι­στά ι­διαί­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση. Πα­ρου­σιά­ζο­ντας το υ­πό έκ­δο­ση μυ­θι­στό­ρη­μα, α­πο­κα­λύ­πτει το πραγ­μα­τι­κό του ό­νο­μα. Εί­ναι ο Νί­κος Λα­μπρό­που­λος, που πρω­το­εμ­φα­νί­ζε­ται, με τη συλ­λο­γή «Το μά­τι του άν­θους», ως ποιη­τής το 2003 και τον ε­πό­με­νο χρό­νο ως με­τα­φρα­στής. Το 2006, χαι­ρε­τί­σα­με την πρώ­τη εμ­φά­νι­ση του Νί­κου Μά­ντη ως πολ­λά υ­πο­σχό­με­νου διη­γη­μα­το­γρά­φου. Τε­λι­κά, προέ­κυ­ψε μυ­θι­στο­ριο­γρά­φος και μά­λι­στα, πα­ρα­γω­γι­κό­τα­τος, με τρία μυ­θι­στο­ρή­μα­τα ε­ντός πε­ντα­ε­τίας.

Αλλά για­τί, με­τά τη δη­μο­σιό­τη­τα που α­πο­φέ­ρει μία έκ­δο­ση, α­κό­μη και αν δεν τύ­χει διά­κρι­σης, οι συγ­γρα­φείς να φλέ­γο­νται για την ε­πό­με­νη; Μια πρώ­τη ερ­μη­νεία θα ή­ταν ό­τι έ­χουν αρ­χί­σει να λει­τουρ­γούν ως α­μι­γείς ε­παγ­γελ­μα­τίες. Για­τί δεν μας πα­ρα­ξε­νεύει, λ.χ., η Λέ­να Μα­ντά, που δη­λώ­νει ό­τι κά­θε μή­να Μάη, πά­ει στον εκ­δό­τη της και­νού­ριο βι­βλίο; Αλλά για ε­κεί­νη το κί­νη­τρο εί­ναι κυ­ρίως οι­κο­νο­μι­κό, κα­θώς η συγ­γρα­φή α­πο­τε­λεί βιο­πο­ρι­στι­κή α­σχο­λία. Κά­τι που οι ε­ντασ­σό­με­νοι στο χώ­ρο της λο­γο­τε­χνίας, κα­τά κα­νό­να, δεν το κα­τορ­θώ­νουν. Αυ­τοί ε­πι­κα­λού­νται ως κι­νη­τή­ρια δύ­να­μη την α­φο­σίω­σή τους στο γρά­ψι­μο. Εδώ, ό­μως, υ­πάρ­χει μία α­ντί­φα­ση. Αφο­σίω­ση στο γρά­ψι­μο θα σή­μαι­νε μεν συ­νε­χή α­πα­σχό­λη­ση, αλ­λά χω­ρίς στα­θε­ρούς ρυθ­μούς έκ­δο­σης. Ενώ, αυ­τοί, με τις συ­νε­ντεύ­ξεις τους και τα βι­βλία τους, δεί­χνουν πως ε­πεί­γο­νται. Ακό­μη και μία συλ­λο­γή διη­γη­μά­των, που θεω­ρεί­ται δια­κε­κομ­μέ­νη και α­πλω­μέ­νη σε χρό­νο ε­να­σχό­λη­ση, γρά­φε­ται μέ­σα σε τρεις μή­νες, ό­πως ε­ξο­μο­λο­γεί­ται η Μή­τσο­ρα. “Σε μια κα­θι­σιά”, κα­τά την έκ­φρα­ση της Βά­σιας Τζα­να­κά­ρη, που εμ­φα­νί­στη­κε το 2008 και ε­φέ­τος ε­ξέ­δω­σε το τέ­ταρ­το βι­βλίο της, κα­λύ­πτο­ντας στο εν­διά­με­σο τρία πε­ζο­γρα­φι­κά εί­δη, διή­γη­μα, μυ­θι­στό­ρη­μα, παι­δι­κό. Ίχνη αυ­τής της σπου­δής μέ­νουν στα βι­βλία, πι­θα­νώς και για­τί υ­στε­ρού­με σε rewriters, που συ­χνά ση­μαί­νει α­νεν­δοία­στους ως προς το εύ­ρος των πα­ρεμ­βά­σεων. Αλλά και οι συγ­γρα­φείς, α­πό την πλευ­ρά τους, δεν πει­θαρ­χούν στις υ­πο­δεί­ξεις των ε­πι­με­λη­τών. Εξαί­ρε­ση α­πο­τε­λούν οι έ­χο­ντες α­με­ρι­κα­νι­κή κουλ­τού­ρα, ό­πως, λ.χ., η Σώ­τη Τρια­ντα­φύλ­λου, που α­φή­νο­νται στα χέ­ρια ε­νός έ­μπει­ρου ε­πι­με­λη­τή. Τα ση­μά­δια ε­σπευ­σμέ­νης γρα­φής θα μπο­ρού­σαν να θεω­ρη­θούν και λε­πτο­μέ­ρειες. Για πα­ρά­δειγ­μα, μία πλη­ρο­φο­ρία, που α­λιεύε­ται στο Δια­δί­κτυο, πα­ρα­τί­θε­ται λε­κτι­κά α­νε­πε­ξέρ­γα­στη ή τα γλωσ­σι­κά ο­λι­σθή­μα­τα προς α­κυ­ρο­λε­ξίες και α­δό­κι­μες εκ­φρά­σεις πλη­θαί­νουν. Κυ­ρίως, ό­μως, η σπου­δή φαί­νε­ται στην ε­πι­λο­γή του θέ­μα­τος, που γί­νε­ται ο­λοέ­να πε­ρισ­σό­τε­ρο ε­πι­και­ρι­κή, ό­ταν δεν α­να­κυ­κλώ­νει γνω­στό α­πό προ­η­γού­με­να βι­βλία υ­λι­κό. 

Οπό­τε πα­ρα­μέ­νει η α­πο­ρία, ως προς τι η τό­ση βια­σύ­νη; Μή­πως συμ­βάλ­λει το αλ­κοο­λί­κι της προ­βο­λής; Μή­πως η α­νά­γκη κά­ποιων να βρί­σκο­νται, αν ό­χι στο κέ­ντρο, αλ­λά, έ­στω και στις πα­ρυ­φές της ε­πι­και­ρό­τη­τας, πα­ρα­κι­νεί τη συγ­γρα­φή, φτά­νο­ντας, με τον τρό­πο που γί­νε­ται, στη στρέ­βλω­ση; Για­τί πε­ρί στρέ­βλω­σης πρό­κει­ται ό­ταν ε­φαρ­μό­ζεις πει­θα­να­γκα­στι­κά ο­ρι­σμέ­νο ω­ρά­ριο, με γρά­ψι­μο κα­θο­ρι­σμέ­νης διάρ­κειας σε συ­γκε­κρι­μέ­νες ώ­ρες, ό­ταν ε­πι­διώ­κεις με­γα­λύ­τε­ρη πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τα, με ο­ρι­σμέ­νο α­ριθ­μό σε­λί­δων η­με­ρη­σίως, ό­ταν πα­σχί­ζεις να συ­νται­ριά­ζεις πλο­κή και τρέ­χο­ντα “must”, ό­πως σύγ­χρο­νο προ­φίλ με  έ­να τσι­τά­το του τά­δε α­με­ρι­κα­νού συγ­γρα­φέα ή έ­να στί­χο του δεί­να ποιη­τή, αλ­λά ταυ­τό­χρο­να, ε­πι­ζη­τάς οι­κο­λο­γι­κή φυ­σιο­γνω­μία, με την α­πα­ραί­τη­τη μνεία στα δι­καιώ­μα­τα κά­ποιου ζω­ντα­νού, και βε­βαίως, δεν λη­σμο­νείς την ε­πί­δει­ξη πο­λυ­πο­λι­τι­σμι­κού πνεύ­μα­τος με την α­νά­μι­ξη του κα­λού με­τα­νά­στη και του ρέ­πο­ντα προς τον ρα­τσι­σμό εγ­χώ­ριου και άλ­λα συ­να­φή. Αν και ε­δώ, θα μπο­ρού­σε να γί­νει λό­γος πε­ρί  δια­στρο­φής της συγ­γρα­φής, για να θυ­μη­θού­με και το κεί­με­νο «Η δια­στρο­φή της α­νά­γνω­σης», που δη­μο­σίευ­σε η Ήντιθ Ουώρ­τον στο «North American Review» πριν 111 χρό­νια (στα ελ­λη­νι­κά: Άγρα, 2009). 
Μή­πως το ζη­τού­με­νο για μια του­λά­χι­στον με­ρί­δα συγ­γρα­φέων εί­ναι οι συ­νε­ντεύ­ξεις και οι βρα­διές πα­ρου­σιά­σεων του βι­βλίου, τα ε­πι­στο­λι­κά ε­γκώ­μια και οι δη­μο­σιευ­μέ­νες “α­γα­πη­σιά­ρι­κες” κρι­τι­κές; Για­τί οι νέες συγ­γρα­φι­κές τα­κτι­κές, πέ­ραν της με­γα­λύ­τε­ρης πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας, τεί­νουν να γε­νι­κεύ­σουν τη διτ­τή ι­διό­τη­τα συγ­γρα­φέ­α-κρι­τι­κού, ώ­στε να μπο­ρεί να λει­τουρ­γεί α­π’ ευ­θείας έ­να σύ­στη­μα α­μοι­βαιό­τη­τας, χω­ρίς την πα­ρεμ­βο­λή τρί­του, ό­πως γι­νό­ταν πα­λαιό­τε­ρα. Η Ουώρ­τον, έ­χο­ντας κα­τά νου την α­νώ­τε­ρη κοι­νω­νι­κή τά­ξη των Νε­οϋορ­κέ­ζων στις αρ­χές του πε­ρα­σμέ­νου αιώ­να, έ­κα­νε λό­γο για τον “μη­χα­νι­κό α­να­γνώ­στη”, που θεω­ρεί κα­θή­κον του να δια­βά­ζει κά­θε βι­βλίο που συ­ζη­τιέ­ται. Εκεί­νη πί­στευε πως “ό­ταν αυ­τός ει­σβάλ­λει στην ε­πι­κρά­τεια της λο­γο­τε­χνίας – συ­ζη­τά, κρι­τι­κά­ρει, κα­τα­δι­κά­ζει ή, α­κό­μα χει­ρό­τε­ρα, ε­παι­νεί – τό­τε η δια­στρο­φή της α­νά­γνω­σης γί­νε­ται α­πει­λή για τη λο­γο­τε­χνία”. Ένας πα­ρό­μοιος α­να­γνώ­στης, που εί­ναι μεν “κα­τα­να­λω­τής βι­βλίω­ν” αλ­λά με ά­πο­ψη, δη­μιουρ­γεί ή έ­στω, εν­θαρ­ρύ­νει τον “μη­χα­νι­κό συγ­γρα­φέ­α”, που α­νοί­γει το δρό­μο στον “μη­χα­νι­κό κρι­τι­κό”. Αυ­τός ο τε­λευ­ταίος δια­μορ­φώ­νε­ται κα­τ’ ει­κό­να και ο­μοίω­σιν του “μη­χα­νι­κού α­να­γνώ­στη”, στο ση­μείο, σή­με­ρα, χά­ρις και στις δυ­να­τό­τη­τες που προ­σφέ­ρει το Δια­δί­κτυο, να υ­πο­κα­θι­στά τον συ­στη­μα­τι­κό κρι­τι­κό, κά­πο­τε και τον ε­παγ­γελ­μα­τία. Αυ­τό το αλ­λη­λο­ε­ξαρ­τώ­με­νο τρί­πτυ­χο, που σκια­γρα­φεί η Ουώρ­τον, ό­χι μό­νο δεν έ­χει ε­κλεί­ψει, αλ­λά, α­ντι­θέ­τως, μέ­σα στα πρώ­τα χρό­νια του 21ου έ­χει πα­γιω­θεί και με τη δη­μιουρ­γία θε­σμών. 
Το να ε­δραιω­θεί ή­ταν α­να­με­νό­με­νο. Ήδη, η Ουώρ­τον πα­ρα­τη­ρού­σε πως “οι δια­στρο­φές οι πιο δύ­σκο­λες να ξε­ρι­ζω­θούν εί­ναι ε­κεί­νες που α­πό τον πο­λύ κό­σμο θεω­ρού­νται α­ρε­τές”. Εί­ναι προ­φα­νές πως ο χώ­ρος του βι­βλίου έ­χει α­νά­γκη αυ­τήν την τρια­δι­κή πα­ρου­σία. Σή­με­ρα πλέ­ον α­πο­τε­λεί τη ρα­χο­κο­κα­λιά του, γι’ αυ­τό και προέ­κυ­ψαν τρό­ποι α­να­πα­ρα­γω­γής και στή­ρι­ξής του. Ένας πρώ­τος εί­ναι οι ε­π’ α­μοι­βή α­να­γνώ­στες, στους ο­ποίους οι εκ­δό­τες ε­μπι­στεύο­νται το έρ­γο της δια­λο­γής. Ένας δεύ­τε­ρος, οι Λέ­σχες Ανά­γνω­σης, που αλ­λοιώ­νουν τον χα­ρα­κτή­ρα της α­νά­γνω­σης ως κα­τά μό­νας η­δο­νή, δια­μορ­φώ­νο­ντας “μη­χα­νι­κούς α­να­γνώ­στες”. Ακό­μη κι ό­ταν προ­κύ­πτει στην ο­μά­δα έ­νας αυ­τό­βου­λος α­να­γνώ­στης, η συ­να­να­στρο­φή του με πα­θη­τι­κούς α­να­γνώ­στες α­πο­βαί­νει μο­λυ­ντι­κή. Αλλά και γε­νι­κό­τε­ρα, η με­τα­τρο­πή της α­νά­γνω­σης σε συ­ζή­τη­ση, που γί­νε­ται σε πα­ρεΐστι­κη α­τμό­σφαι­ρα δυ­σχε­ραί­νει τη συ­γκέ­ντρω­ση. Ο ε­νερ­γός α­να­γνώ­στης έ­χει α­νά­γκη τη μό­νω­ση, θέ­λει χρό­νο για να συλ­λο­γι­στεί, α­κό­μη και για να α­να­ζη­τή­σει συ­μπλη­ρω­μα­τι­κά κεί­με­να, α­πα­ραί­τη­τα για μία νο­ε­ρή συ­νο­μι­λία με το βι­βλίο. Αντ’ αυ­τού, θα γνω­ρί­σει τον συγ­γρα­φέα του, που θα προ­σκα­λέ­σει η Λέ­σχη. 
Ένας άλ­λος θε­σμός εί­ναι οι Σχο­λές Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής, ό­που ου­σια­στι­κά εκ­παι­δεύε­ται με τα­χύ ρυθ­μό ο “μη­χα­νι­κός συγ­γρα­φέ­ας”. Μπο­ρεί ο ε­πω­μι­ζό­με­νος την δι­δα­σκα­λία να συ­γκα­τα­λέ­γε­ται στους λο­γο­τέ­χνες, ό­μως η δια­δι­κα­σία κα­νο­νι­κο­ποίη­σης της ε­μπει­ρίας της συγ­γρα­φής, το κα­λύ­τε­ρο που φέρ­νει εί­ναι έ­ναν μέ­τριο συγ­γρα­φέα. Όσο για τον “μη­χα­νι­κό κρι­τι­κό”, αυ­τός μπο­ρεί να προ­κύ­ψει εν μία νυ­κτί α­πό τους ε­πι­κρα­τέ­στε­ρους μιας Λέ­σχης, αλ­λά και α­πό τους τα­λα­ντού­χους των Σχο­λών, ό­που προ­βλέ­πε­ται και ει­δι­κός κύ­κλος μα­θη­μά­των. Και βε­βαίως, ο Τύ­πος προ­βάλ­λει τις α­ρε­τές του τρί­πτυ­χου. Ανα­φέ­ρει θαυ­μα­στι­κά ό­τι τα κα­λύ­τε­ρα βι­βλία πά­νε α­πό στό­μα σε στό­μα, ε­νώ ε­ξά­ρει τα βρα­βεία που στη­ρί­ζο­νται στην ψή­φο των α­να­γνω­στών. Επί­σης, ο­λο­σέ­λι­δες φι­λο­ξε­νού­νται οι συ­νε­ντεύ­ξεις συγ­γρα­φέων, έ­στω και του ε­νός βι­βλίου, ό­ταν εί­ναι α­πό­φοι­τοι Σχο­λών Δη­μιουρ­γι­κής Γρα­φής. 
Όπως ε­πι­ση­μαί­νει η Ουώρ­τον, ο συγ­γρα­φέ­ας ε­πι­ζη­τά να βα­δί­σει “στη φαρ­διά λεω­φό­ρο που ο­δη­γεί στην έ­γκρι­ση του μη­χα­νι­κού α­να­γνώ­στη”. “Ευ­κο­λο­διά­βα­τη”, ελ­κύει α­κό­μη και δη­μιουρ­γι­κά τα­λέ­ντα, κα­θώς, μά­λι­στα, εί­ναι “γε­μά­τη με ακ­μαίους συ­νο­δοι­πό­ρους, α­πορ­ρο­φά νέ­ους προ­σκυ­νη­τές και μό­νο α­πό λα­χτά­ρα για συ­ντρο­φι­κό­τη­τα”. Αυ­τή η σπου­δή του συγ­γρα­φέα ση­μαί­νει σπα­τά­λη χρό­νου, δυ­νά­μεων, ε­νέρ­γειας και βε­βαίως, χρη­μά­των για τον εκ­δό­τη, αλ­λά συ­χνά και για τον ί­διο, κα­θώς οι αυ­το­χρη­μα­το­δο­τού­με­νες εκ­δό­σεις αυ­ξά­νο­νται. Μια σπα­τά­λη, ό­μως, νέ­ου τύ­που, που, σε α­ντί­θε­ση με τις πα­λαιό­τε­ρες, ε­γκω­μιά­ζε­ται α­πό το κοι­νω­νι­κό πε­ρι­βάλ­λον. Αυ­τές οι ε­παι­νε­τές σπα­τά­λες τεί­νουν να γί­νουν χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό της κα­θη­με­ρι­νής ζωής. Ένα κα­λό πα­ρά­δειγ­μα εί­ναι η ά­θλη­ση στα γυ­μνα­στή­ρια, που πολ­λα­πλα­σιά­ζο­νται. Ας πά­ρου­με την ά­σκη­ση στο δη­μο­φι­λέ­στε­ρο α­ε­ρο­βι­κό μη­χά­νη­μα, τον διά­δρο­μο. Από τις ο­κτώ το πρωί μέ­χρι τις έ­ντε­κα το βρά­δυ, νε­α­ρά ά­το­μα περ­πα­τούν ε­πί αυ­τού, δια­σκε­λί­ζουν ή και τρέ­χουν. Ξο­δεύουν χρή­μα­τα, κα­τα­να­λώ­νουν δυ­νά­μεις και ε­νέρ­γεια, και βε­βαίως, σπα­τα­λούν χρό­νο. Όπως α­κρι­βώς οι συγ­γρα­φείς, ε­πι­διώ­κουν, αυ­τοί δια της κα­λής εμ­φα­νί­σεως, την προ­βο­λή και ε­πεί­γο­νται να την ε­ξα­σφα­λί­σουν. Ένας πε­ρί­πα­τος, που θα ά­φη­νε και το πε­ρι­θώ­ριο πε­ρι­συλ­λο­γής, δεν προ­σφέ­ρε­ται, για­τί αρ­γεί να φέ­ρει το ε­πι­θυ­μη­τό α­πο­τέ­λε­σμα. 

Αυ­τές οι σπα­τά­λες, ως ευά­ρε­στες στον κοι­νω­νι­κό χώ­ρο, α­πο­φέ­ρουν κα­λές α­πο­λα­βές. Μα­κρο­χρό­νια, ω­στό­σο, έ­χουν κό­στος. Ως γνω­στόν, τα βι­βλία πολ­το­ποιού­νται γρη­γο­ρό­τε­ρα, ό­σο για μία σι­λουέ­τα μέ­σω γυ­μνα­στη­ρίου, αυ­τή α­ντέ­χει μό­νο έ­να κα­λο­καί­ρι. 

Μ. Θε­ο­δο­σο­πού­λου

Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "Η Εποχή" στις 12/10/2014.

9 σχόλια:

  1. Στην αρχή, Λύσιππε, νόμισα πως ήταν δικό σου το κείμενο και σκέφτηκα ότι σίγουρα ξέρεις πρόσωπα και πράγματα, για να τοποθετείσαι με αυτόν τον τρόπο. Μέχρι που συνειδητοποίησα τελειώνοντας την ανάγνωση ότι το κείμενο ανήκει στη Μάρη Θεοδοσοπούλου, που εστιάζει στο θέμα με καθαρή ματιά και ευστοχία, όπως πάντα.
    Σίγουρα δεν είναι μια τυχαία κριτικός. Έχει φοβερά μεγάλη εμπειρία και για μένα είχε πάντα σημασία η κρίση της. Συμφωνώ με όλα όσα λέει -και τυχαίνει να έχω γνώση.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. "....και τυχαίνει να έχω γνώση..."
      Rosa έχεις κάποια σχέση επαγγελματική γενικά με το χώρο του βιβλίου?
      mail

      Διαγραφή
  2. Είμαι μέσα στα βιβλία. Όχι όμως επαγγελματικά. Μόνο από αγάπη.

    Τυχαίνει να ξέρω:
    1. τη "Διαστροφή της ανάγνωσης" ως ...διεστραμμένη αναγνώστρια
    2. τις Λέσχες Ανάγνωσης που είναι ό,τι πιο βαρετό, και "αλ­λοιώ­νουν τον χα­ρα­κτή­ρα της α­νά­γνω­σης ως κα­τά μό­νας η­δο­νή" -και όχι μόνο
    3. τα αποτελέσματα της Δημιουργικής Γραφής, που πρώτος διδάξας και υπερασπιστής της ήταν ο Στρατής Χαβιαράς
    4. το διακαή πόθο να εκδοθούν οι πάντες και τα πάντα
    5. τις λιβανιστικές κριτικές/παρουσιάσεις σε ανούσια και αδιάφορα βιβλία
    κλπ. κλπ. κλπ.

    (Σαφής;)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Σαφέστατη!!!
      Το mail αναφερόταν στη δυνατότητα επικ/νίας για να σε ρωτήσω αν έχεις κάποια εξαντλημένα βιβλία που δεν βρίσκω.Το δικό μου είναι στο προφίλ.

      Διαγραφή
    2. Σημ-Για να μη παρεξηγηθώ,δεν μιλώ για δανεισμό.Το πολύ φωτ/φο με πληρωμή.

      Διαγραφή
    3. Υποθέτω ότι έχεις δει το μέιλ μου.

      Διαγραφή
  3. Rosa και Λύσιππε,έγιναν κι αλλού κουβέντες για το άρθρο της Θεοδοσοπούλου ,στο fcb για παράδειγμα, μια πολύ κόσμια και ενδιαφέρουσα που ξεκίνησε από σχόλιό μου περί λεσχών που θεωρήθηκε ότι είχε αιτία του το άρθρο της Μ.Θ.αλλά ήταν απλώς σύμπτωση.
    Η Μ.Θ.λέει πράγματα με τ΄όνομά τους και πάντα τα έλεγε νομίζω,αλλά γιατί συμφωνείτε -προφανώς συμφωνείς κι εσύ Λύσιππε βάζοντας ασχολίαστο το άρθρο-μαζί της ως προς τις λέσχες ανάγνωσης;Έχετε κακή εμπειρία;Θα με ενδιέφερε να μου πείτε γιατί πιστεύω-ακόμα-στις λέσχες.
    Έχω την εντύπωση ότι γίνεται διάδοση της φιλαναγνωσίας και παρά τα κακώς κείμενα (τα οποία και πού δεν υπάρχουν),οι λέσχες έκαναν και κάνουν περισσότερο καλό παρά κακό.
    Η δε κατά μόνας ηδονή δεν αλλοιώνεται,ο μέσος αναγνώστης μιας μέσης λέσχης διαβάζει συνήθως περισσότερα από αυτό το ένα που συζητιέται,μπορεί ωραιότατα να κάνει,και το κάνει, το μοναχικό του διάβασμα.Τέλος πάντων δεν επιμένω αλλά μου φαίνεστε κάπως απόλυτοι για τις λέσχες.

    Κι ΄αυτό σαν απορία:μια λιβανιστική κριτική αποκλείεται να είναι γνήσια,δηλαδή να την πιστεύει αυτός που την γράφει αλλά εμείς να διαφωνούμε και να βρίσκουμε αδιάφορο το βιβλίο και επειδή γενικά ως τότε έχουμε ταιριάξει με τον γράφοντα να την πατήσουμε;Δεν είναι λιγάκι υποκειμενικό όλο αυτό;

    ΥΓ.Η επαγγελματική ενασχόληση (με το βιβλίο)-την είχα μέχρι πρόσφατα-δεν είναι πάντα ή δεν είναι μόνον ιδιοτελής, συνοδεύεται και από αγάπη για το ιδιαίτερο αυτό αντικείμενο πράγμα που φαίνεται κι όταν πια συνεχίζεις με την δική σου οπτική και μετά,χωρίς να αμείβεσαι,όπως εγώ που ασχολούμαι με δυο λέσχες και το μπλογκ και φυσικά δεν παίρνω μια και με αποκάλεσαν κατάμουτρα και @@@ γι αυτό...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βιβή
      Σίγουρα είσαι η πλέον αρμόδια για να μιλήσεις για τις λέσχες ανάγνωσης.Εγώ δεν έχω τις ανάλογες εμπειρίες.Νιώθω όμως τη σχέση με το βιβλίο ως "κατά μόνας..."Έχω την εντύπωση όμως-μπορεί λανθασμένη,διόρθωσε με-ότι ασχολούνται σχεδόν μόνο με λογοτεχνία/πεζογραφία και μάλιστα με την πολύ νέα,που δεν είναι στις κύριες επιλογές μου.
      Το άρθρο αναδ/κε επειδή ακριβώς έθιγε μερικά σημαντικά θέματα άσχετα αν συμφωνεί κανείς ή όχι.Τη συζήτηση στο fcb δεν την παρακολούθησα καθότι για λόγους αρχής απέχω από το συγκεκριμένο δίκτυο.
      Εκτιμώ και αναγνωρίζω το ανιδιοτελές της ασχολίας σου πράγμα σπάνιο στην εποχή μας αλλά και παράγοντας προσφοράς και ποιότητας

      Διαγραφή
  4. Αγαπητή Βιβή ,

    Συμπτωματικά κι εγώ δεν συμπαθώ το fcb, συνεπώς δεν ξέρω τη συζήτησή σας.

    Δεδομένου ότι το σχόλιο είναι εντελώς προσωπικό, άρα απηχεί την άποψή μου, βγήκε κάπως απόλυτο, δίκιο έχετε, γιατί δεν το πολυπρόσεξα.
    Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι οι δύο Λέσχες είναι πολύ τυχερές που είστε μαζί τους -το λέω ειλικρινά και το εννοώ- ειδικά αν τις διευθύνετε κιόλας.
    Στην περίπτωσή μου όμως, δεν είχαν ενδιαφέρον ούτε οι επιλογές τίτλων, ούτε η επόμενη συζήτηση, γιατί μάλλον τα αναγνωστικά ενδιαφέροντα της ομάδας είχαν άλλους προσανατολισμούς (ας πούμε , συγκεκριμένες πολύ νέες εκδόσεις). Πράγμα που με έκανε να πλήττω αφόρητα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι κάποιες άλλες λέσχες -όπως οι δικές σας- δεν έχουν ευτυχήσει να δουν καλύτερες μέρες. Οπότε λογικό κι επόμενο είναι να τις υπερασπίζεστε (και καλά κάνετε).

    Η κατακλείδα του Λύσιππου δίνει σχήμα και μορφή και στις δικές μου σκέψεις.

    ΥΓ. Α, το αλληλολιβάνισμα μ' ενοχλεί πιο πολύ από το σκέτο (λιβάνισμα). Ιδιοτροπίες...

    ΑπάντησηΔιαγραφή